Κυριακή, 11 Δεκεμβρίου 2016

Στην κατάθλιψη διαβάζω Πλάτωνα


Δ​​εν είμαι φιλόλογος, δεν είμαι αρχαιοελληνιστής, παρά τις σπουδές μου, δεν είμαι φιλόσοφος, δεν είμαι ιστορικός. Εκτός αυτού δεν πιστεύω στο δωδεκάθεο, ούτε στην κοινοκτημοσύνη των τέκνων. Δεν πιστεύω καν ότι ο καλύτερος άρχων για μια πολιτεία είναι ο φιλόσοφος.

Φαντάζομαι πως ο κόσμος θα είχε καταστραφεί αν είχαν αναλάβει τις τύχες του φιλόσοφοι όπως ο Νίτσε ή ο Μαρξ. Ή θα είχε πεθάνει από πλήξη αν τον είχε κυβερνήσει ο...
Καντ. Οφείλω, δε, να πω ότι αν είχε κυβερνήσει ο Πλάτων, η Αθήνα θα είχε στενάξει από τον απολυταρχικό του χαρακτήρα. Μάλλον το ήξερε και ο ίδιος και γι’ αυτό οχυρώθηκε στην Ακαδημία του. Να συμπληρώσω επίσης ότι έμαθα να αγαπάω το διάβασμα από μικρός με τα μυθιστορήματα του Ιουλίου Βερν, του Ντίκενς και αργότερα των Γάλλων και των Ρώσων κλασικών. Και των σύγχρονων Ελλήνων εννοείται, από τον Καζαντζάκη ώς τον Κοσμά Πολίτη και τον Τσίρκα, έτσι για να αναφέρω όσους ακόμη και σήμερα θεωρώ πως ξεχωρίζουν. Παραμένω ώς σήμερα αναγνώστης μυθιστορημάτων χωρίς εκπτώσεις και χωρίς παραχωρήσεις απέναντι στον συρμό που στρέφεται όλο και περισσότερο στο δοκίμιο.

Τότε γιατί η ανάγνωση του Πλάτωνος μου είναι απαραίτητη; Δυστυχώς ή ευτυχώς δεν έχω μνήμη αποστήθισης και δεν μπορώ να απαγγέλλω χωρία ολόκληρα, όπως ξέρω ότι έκανε ο μακαρίτης Δεσποτόπουλος στους συγκρατουμένους του στη Μακρόνησο. Ούτε να εντυπωσιάζω την ομήγυρη με κάποια φράση από την αλληγορία του σπηλαίου στην Πολιτεία, μιαν απ’ αυτές που αντάλλαξε ο Ζαν-Λουί Τρεντινιάν με τον καθηγητή του στον «Κονφορμίστα» του Μπερτολούτσι. Μήπως αισθάνομαι την ανάγκη να διαβάσω και να ξαναδιαβάσω Πλάτωνα –και όχι μόνον Πλάτωνα εννοείται, απλώς είναι ο κορυφαίος– από κάποιου είδους πολιτισμική υποχρέωση; Μπορεί. Κάπου στο βάθος αυτό το αντανακλαστικό που μου το πέρασαν στα σχολικά θρανία, αλλά και αργότερα στο πανεπιστήμιο, είναι ακόμη ενεργό. Είναι ένα βαθύ αντανακλαστικό του πολιτισμού μας: το κλασικό οφείλεις να το εκτιμάς ακόμη κι αν σε καταπιέζει.
 
Και η αρχαία γραμματεία με καταπίεσε αρκούντως στα σχολικά μου χρόνια. Είχα την τύχη να έχω καλούς δασκάλους, όπως τον νυν εκδότη Στέφανο Πατάκη και τον μακαρίτη Κρίτωνα Πανηγύρη, όμως παρά τις προσπάθειές τους και την αγάπη που έδειχναν στο μάθημα, εμείς οι έφηβοι δεν μπορούσαμε να ξεχάσουμε πως η αρχαιότητα ήταν μέρος του τρίπτυχου Ελλάς Ελλήνων Χριστιανών. Την ζημιά που έκανε η δικτατορία στη σχέση μας με την αρχαιότητα την πληρώνουμε ακόμη και σήμερα.

Την Ελλάδα έμαθα να την αγαπάω στο Παρίσι όπου, παρ’ ότι σπούδαζα σύγχρονη λογοτεχνία, οι αναφορές στη λατινική και στην ελληνική αρχαιότητα ήσαν συνεχείς. Ηταν παρούσα ακόμη και στη διανοούμενη πρωτοπορία της εποχής. Θυμάμαι τον Ζαν-Φρανσουά Λιοτάρ, αυτόν που επινόησε τον όρο «μετανεωτερικό» να λέει: «Προσπαθούμε να σκεφτούμε πέρα από τους Ελληνες, όμως πέρα από τους Ελληνες ενδέχεται να μην υπάρχει σκέψη». Είχε γράψει για τον Μαρξ και τον Φρόιντ και επί δύο χρόνια το σεμινάριό του στο πανεπιστήμιο ήταν αφιερωμένο στα Ηθικά Νικομάχεια του Αριστοτέλη.

Κλασικός, εκ του λατινικού classicus. Ο,τι ξεχωρίζει με την καθαρότητά του – μια σκέψη, ένα κείμενο, μια εικόνα. Classici ήσαν οι πολίτες της πρώτης κοινωνικής τάξης σε κάποιο από τα συντάγματα της Ρώμης. Classis λεγόταν και η παράταξη που σχηματιζόταν μετά το παράγγελμα στις λεγεώνες, η καλά οργανωμένη σύνταξη. Σε έναν κόσμο που δεν αποδέχεται ούτε τα πρότυπα, ούτε τις ιεραρχίες το κλασικό μοιάζει να μην έχει λόγο ύπαρξης. Παρωχημένο, ξεπερασμένο, αποδεχόμαστε μόνον την ύπαρξή του από ιστορική αδράνεια. Τον Παρθενώνα οφείλουμε να τον συντηρούμε. Γιατί; Γιατί είναι κλασικός. Και τι σημαίνει κλασικός; Σημαίνει, όπως λέει ο Ιταλο Καλβίνο στο «Γιατί να διαβάζουμε τους κλασικούς», ένα βιβλίο που όλοι θέλουν να έχουν στη βιβλιοθήκη τους αλλά κανείς δεν θέλει να διαβάσει.

Κλασικό, ένα έργο που το προσδόκιμό του δεν ταυτίζεται με τα χρονικά όρια της εποχής του. Ανήκει όμως στους ανθρώπους. Είναι το μεγάλο σύνορο ανάμεσα στον δυτικό πολιτισμό και στο ισλάμ. Η κατάργηση της έννοιας του κλασικού σημαίνει μία ακόμη ήττα του δυτικού πολιτισμού απέναντι στις θεοκρατίες που αναγνωρίζουν ως μόνον χρόνο της αιωνιότητας, τον χρόνο του θεού τους.

Γιατί όμως στην κατάθλιψη διαβάζω Πλάτωνα; Γιατί μου προσφέρει την καθαρότητα του βλέμματος που μου στερεί η θολούρα της ζωής μου. Ο Κρίτων που παροτρύνει τον Σωκράτη να μην πιει το κώνειο για να μην τον χάσει. Ενα γεροντάκι στα εβδομήντα του που φοβάται τη μοναξιά. Κι ο άλλος, φίλος μιας ολόκληρης ζωής, του απαντάει ότι αν δραπετεύσει θα γελάνε μαζί του, γιατί διέσυρε ό,τι τους έλεγε όσο ζούσε. Αξιοπρέπεια; Ισως και κάτι παραπάνω: η στιβαρότητα της ανθρώπινης ύπαρξης σε λέξεις που αντέχουν σαν να τις χάραξαν στο μάρμαρο. Κάποιος μπήκε στον κόπο να τις γράψει λες και ήξερε πως θα τις διαβάζαμε εμείς απ’ την άλλη άκρη του χρόνου. Και πώς το αίσθημα γίνεται ακόμη εντονότερο όταν αναγνωρίζεις στις λέξεις αυτές τη δική σου γλώσσα; Δεν χρειάζεται να πιστεύεις στην αθανασία της ψυχής για να συγκινηθείς από τον Σωκράτη του Φαίδωνα. Αρκεί να ακούσεις τη φωνή του και να αισθανθείς ότι η ανθρώπινη συνθήκη δεν ταυτίζεται απαραιτήτως με την απουσία προοπτικής του σήμερα.

Επειδή σας έχω κουράσει επιχειρηματολογώντας υπέρ της διδασκαλίας των Αρχαίων Ελληνικών, είπα σήμερα να γράψω κάτι πιο προσωπικό, για να δείξω πως αυτοί οι άνθρωποι που μας μιλούν από την άλλη άκρη του χρόνου δεν αξίζουν μόνον επειδή υπηρετούν μια πολιτισμική ευπρέπεια. Εχουν και ένα υπαρξιακό αντίκρισμα το οποίο, αν το χάσουμε, θα αφεθούμε στη συλλογική μας κατάθλιψη.
 
ΤΑΚΗΣ ΘΕΟΔΩΡΟΠΟΥΛΟΣ





 



0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου