Πέμπτη, 22 Ιουνίου 2017

Το DNA «έδειξε» πως Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι είναι συγγενείς



Σημαντική έρευνα, αποδεικνύει την κοινή καταγωγή των κατοίκων του νησιού. Οι τουρκοκύπριοι είναι απλά εξισλαμισθέντες Έλληνες.

Η πατρική καταγωγή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων προέρχεται κυρίως από την ίδια γενετική δεξαμενή, σε βαθμό τέτοιο ώστε να θεωρείται περίπου πως πρόκειται για τον ίδιο πληθυσμό
Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι προέρχονται από την ίδια γενετική δεξαμενή, η οποία άρχισε να διαφοροποιείται μόνο τους τελευταίους αιώνες, δηλαδή από την...
οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου και μετά, σύμφωνα με μια νέα πληθυσμιακή γενετική μελέτη που διενεργήθηκε υπό το Τμήμα Καρδιαγγειακής Γενετικής και το Εργαστήριο Δικανικής Γενετικής του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου (ΙΝΓΚ).

Στοιχεία της έρευνας δημοσιεύει σήμερα η εφημερίδα «Πολίτης». Η μελέτη, η οποία δημοσιεύτηκε στις 16 Ιουνίου 2017 στο επιστημονικό περιοδικό «PlosOne», διενεργήθηκε τα τελευταία δύο χρόνια από πολυμελή και πολυεθνική ομάδα εξειδικευμένων επιστημόνων με επικεφαλής τον καθηγητή Μάριο Καριόλου του ΙΝΓΚ και τους στενούς του συνεργάτες δρα Αλέξανδρο Ηρακλείδη της Ιατρικής Σχολής του Πανεπιστημίου Λευκωσίας και δρα Ήβη Πασιαρδή του Ινστιτούτου Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου.

Η ερευνητική ομάδα ανέλυσε τα τελευταία δύο χρόνια δείγματα DNA που έλαβε από 344 Ελληνοκύπριους άνδρες, με γεωγραφική κατανομή από όλη την επικράτεια της Κύπρου που δεν είχαν συγγενική σχέση μεταξύ τους και τα συνέκρινε με τα δείγματα 380 Τουρκοκυπρίων ανδρών που επίσης δεν είχαν οποιαδήποτε συγγενική σχέση μεταξύ τους. Επιπρόσθετα, είναι σημαντικό να σημειωθεί ότι οι Τουρκοκύπριοι άνδρες είχαν κυπριακή καταγωγή (δηλαδή όχι έποικοι από το 1974 και εντεύθεν). Οι πληροφορίες για το δείγμα των 380 Τουρκοκυπρίων λήφθηκαν από ένα δημόσια προσβάσιμο δείγμα πληθυσμού του οποίου το DNA ανέλυσε και δημοσίευσε το 2017 ο Τουρκοκύπριος γενετιστής Cemal Gurkan. Ο λόγος που επιλέχθηκαν ανδρικά δείγματα είναι γιατί το ανδρικό χρωμόσωμα Υ στο 23ο ζεύγος των ανθρώπινων χρωμοσωμάτων (ΧΥ για τους άντρες και ΧΧ για τις γυναίκες) μεταφέρεται σχεδόν αυτούσιο από γενιά σε γενιά και έτσι μπορεί κανείς να ανιχνεύσει την καταγωγή πηγαίνοντας πολλές γενιές πίσω. Οι μικρές αλλαγές που μπορεί να παρατηρηθούν στο ανδρικό χρωμόσωμα Υ (ή μεταλλάξεις στη γλώσσα της γενετικής) όπως αυτό κληροδοτείται από μία γενεά στην άλλη, βοηθούν και αυτές στις πληθυσμιακές γενετικές μελέτες.

Ίδια γενετική δεξαμενή
Το επιστημονικό εύρημα της πληθυσμιακής γενετικής μελέτης είναι ότι η πατρική καταγωγή Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων προέρχεται κυρίως από την ίδια γενετική δεξαμενή, σε βαθμό τέτοιο ώστε να θεωρείται περίπου πως πρόκειται για τον ίδιο πληθυσμό. Προκύπτει επίσης ότι Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μοιράζονται και μια πολύ στενή γενετική συγγένεια με τους κατοίκους του Λιβάνου αλλά και της Καλαβρίας στην Ιταλία. Ενδιαφέρον είναι ότι τόσο Ελληνοκύπριοι όσο και Τουρκοκύπριοι φανερώνουν στενές γενετικές καταβολές και με τον ελληνικό πληθυσμό. Αν ανατρέξει κανείς στη γενεαλογία της τελευταίας χιλιετίας, όπως φαίνεται από την ανάλυση των απλοτύπων (σ.σ. όπου απλότυπος είναι η γενετική ταυτότητα του κάθε άνδρα στο χρωμόσωμα Υ, η οποία χρησιμοποιείται για ταυτοποιήσεις ατόμων που είναι συγγενικά), Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μοιράζονται μεταξύ τους πολύ περισσότερους απλότυπους απ’ όσους έχουν κοινούς με οποιονδήποτε άλλον πληθυσμό περιβάλλει την Κύπρο.

Συγκεκριμένα, φαίνεται ότι το 7-8% του πληθυσμού των δύο κοινοτήτων είναι μεταξύ τους κοντινοί συγγενείς εκ πατρός. Οι Τουρκοκύπριοι εμφανίζονται επίσης να έχουν σε ένα ποσοστό 3% κοινούς απλότυπους με τους κατοίκους της Τουρκίας και ένα μικρότερο ποσοστό με κατοίκους διαφόρων χωρών της Βόρειας Αφρικής, κυρίως της Λιβύης. Τόσο οι Ελληνοκύπριοι όσο και οι Τουρκοκύπριοι έχουν κοινούς απλότυπους με κατοίκους της Ελλάδας και του Λιβάνου, ενώ συγκεκριμένα οι Ελληνοκύπριοι έχουν κοινούς απλότυπους με κατοίκους της Αλβανίας. Το γενικό γενετικό προφίλ των Κυπρίων (ιδιαίτερα των Ελληνοκυπρίων) όσον αφορά την πατρική καταγωγή μοιάζει με αυτό γηγενών πληθυσμών της Μικράς Ασίας και του νοτιοδυτικού Καυκάσου (π.χ. Αρμένιοι), καθώς και με τους Έλληνες της Κρήτης. Η γενετική ομοιότητα με τους πληθυσμούς που κατοικούν στην Ελλάδα είναι μεγάλη, όχι όμως τόσο όσο με την τουρκοκυπριακή κοινότητα, διότι από τον εξελληνισμό του νησιού με την κάθοδο των αχαϊκών φύλων μέχρι σήμερα έχουν μεσολαβήσει 3.500 χρόνια και στο μεταξύ οι απλότυποι-Υ μεταλλάχθηκαν, έτσι είναι αδύνατο να εντοπιστεί μεγάλος αριθμός κοινών απλοτύπων.

Στους Τουρκοκύπριους, η επιμιξία με τον τουρκικό πληθυσμό (βάσει πάντα του ανδρικού χρωμοσώματος Υ) είναι μικρή και φαίνεται να ήρθε αργά, πιθανότατα μετά την κατάκτηση του νησιού από τους Οθωμανούς τον 16ο αιώνα. Συνολικά, η ανάλυση του χρωμοσώματος Υ δείχνει ότι οι Κύπριοι βρίσκονται στη μέση μιας γενετικής εξάπλωσης που εκτείνεται από τη λεκάνη της Λεβαντίνης ώς τη νοτιοανατολική Ευρώπη και αποκαλύπτει ότι, παρά τις επιμέρους διαφορές στους απλότυπους, Ελληνοκύπριοι και Τουρκοκύπριοι μοιράζονται μια κοινή πατρική καταγωγή από την περίοδο πριν από την οθωμανική κυριαρχία στο νησί.
 
Γενετική ομοιότητα λόγω κοινής καταγωγής
Με βάση την ιστορική και αρχαιολογική μαρτυρία, η παρουσία Ελληνοκυπρίων στο νησί αρχίζει την εποχή του Χαλκού (περίπου στα 1000 π.Χ.) και των Τουρκοκυπρίων την οθωμανική περίοδο (16ος αιώνας μ.Χ.). Έτσι, αυτή η μεταξύ τους γενετική ομοιότητα (μεγαλύτερη από ό,τι με οποιονδήποτε άλλο πληθυσμό της γύρω περιοχής) θα μπορούσε να αποδοθεί είτε στην κοινή προοθωμανική καταγωγή και των δύο κοινοτήτων που διαφοροποιήθηκε (αλλά ακόμη διατηρούνται σημαντικές ομοιότητες) μετά την Οθωμανική κατάκτηση της Κύπρου, είτε σε μια διαφορετική, όχι κυπριακή πατρική γενετική καταγωγή των Τουρκοκυπρίων (π.χ. τουρκική).

Ανάλυση της προέλευσης 24 κοινών απλοτύπων Ελληνοκυπρίων και Τουρκοκυπρίων έδειξε ότι κανείς από αυτούς δεν συναντάται στην Τουρκία, επομένως δεν προκύπτει τουρκική καταγωγή.
Πολύ περισσότερο, το γεγονός ότι οι 20 από τους 24 κοινούς απλότυπους δεν υπάρχουν ούτε στη διεθνή βάση δεδομένων, δείχνει ότι συναντώνται μόνο στον τοπικό πληθυσμό της Κύπρου.

Την πληθυσμιακή γενετική μελέτη, η οποία δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό «Plos One», υπογράφουν οι: Αλέξανδρος Ηρακλείδης, Ήβη Πασιαρδή, Eva Fernandez-Dominguez, Stefania Bertoncini, Μάριος Χειμωνάς, Βασίλης Χριστοφή, Jonathan King, Bruce Budowle, Παναγιώτης Μανώλη και Μάριος Καριόλου. Οι πιο πάνω ερευνητές προέρχονται από: το Ινστιτούτο Νευρολογίας και Γενετικής Κύπρου, την Ιατρική Σχολή του Πανεπιστημίου Λευκωσίας, τη Σχολή Μοριακής Ιατρικής Κύπρου, το Durham University, το University of Pisa και το University of North Texas Health Science Center.
Την πληθυσμιακή γενετική μελέτη, η οποία δημοσιοποιήθηκε πρόσφατα στο επιστημονικό περιοδικό «Plos One», υπογράφουν οι Αλέξανδρος Ηρακλείδης, Ήβη Πασιαρδή, Eva Fernandez-Dominguez, Stefania Bertoncini, Μάριος Χειμωνάς, Βασίλης Χριστοφή, Jonathan King, Bruce Budowle, Παναγιώτης Μανώλη και Μάριος Καριόλου.


Οι πράσινες αποχρώσεις (J2a, J1) δεικνύουν πληθυσμιακή επιρροή από τα δυτικά παράλια της Μέσης Ανατολής, Μεσοποταμία και λεκάνη της Λεβαντίνης. Το μαύρο από την Ανατολική Ευρασία και Αφρική, το κόκκινο (R1b) από τις Βόρειες χώρες, πάνω από τη Μαύρη Θάλασσα, το γκρίζο (G2) παραπέμπει στους γηγενείς Μικρασιάτες, το μπλε (I2 και I1) στην Ηπειρωτική Ευρώπη το οποίο ήρθε στην Κύπρο μέσω της Ελλάδας, όπως και το κίτρινο (R1α) που παραπέμπει σε Κεντρική Ευρώπη. Τέλος το πορτοκαλί (Ε-Μ123) δεικνύει προέλευση νότια της Λεβαντίνης (σημερινό Ισραήλ).

Πηγή: ΑΠΕ/ΜΠΕ

Μανώλης Καλατζής / protothema.gr


2 σχόλια:

Παγάνι είπε...

Με βάση την ιστορική και αρχαιολογική μαρτυρία, η παρουσία Ελλήνων στο νησί αρχίζει τον 14ο αι. π.Χ. και όχι «περίπου στα 1000 π.Χ.»


Την εποχή που βασιλιάς των Χετταίων ήταν ο Arnuwandas Ι (1400 με 1375 π.Χ.) έχουμε το εξής γεγονός: Ο Madduwattas, (ίσως ο μυθολογικός Ιοβάτης ή αλλιώς Αμφιάνακτας βασιλιάς της Λυκίας) κληρονόμος του βασιλείου της Αρσαβίας (Arzawa) συμμάχησε με τον Attarisiya (πιθανότατα ένα Ατρείδη) του τοπικού βασιλείου των Αχαιών (Ahhiuwa ή Ahhiyawa) στην Μικρά Ασία και μαζί εισέβαλαν στην Κύπρο (Alashiya).

Πως το γνωρίζουμε αυτό; Από τους Χετταίους που κράτησαν σημειώσεις σε πήλινες πινακίδες.
Μερικές δεκαετίες πιο πριν οι Χετταίοι (με βασιλιά τον Tudhaliyas) ξεκίνησαν να επεκτείνουν την επιρροή τους στην δυτική Μικρά Ασία και εκεί συνάντησαν Αχαιούς που είχαν τοπικό βασίλειο (την περιοχή της Καρίας) με βάση την Μίλητο (Milawata στην Χιττιτική και Μίλατο σε Μυκηναϊκές πινακίδες των Θηβών και της Πύλου). Στις περιοχές της Εφέσου, Αλικαρνασσού, Ιασού κ.α. υπάρχει εξακριβωμένη μεγάλη παρουσία Μυκηναίων σύμφωνα με αρχαιολογικά ευρήματα (π.χ. οι Μυκηναϊκοί τάφοι στην Έφεσο που ξεκινούν από το 1500 π.Χ. σύμφωνα με τον Τούρκο Coskun Ozgunel που έκανε ανασκαφές εκεί).


Επίσης θα συμπληρώσω κάτι στην τελευταία παράγραφο του άρθρου μιας και δεν αναφέρει για τα Ε-Μ78, J2b και Τ. Σηματοδοτούν εξαπλώσεις πληθυσμών από την Ελλάδα προς υπόλοιπη Ευρώπη όπως και τα J2a και G2.
Επίσης θα σημειώσω πως «Οι πράσινες αποχρώσεις (J2a, J1) δεικνύουν πληθυσμιακή επιρροή από τα δυτικά παράλια της Μέσης Ανατολής, Μεσοποταμία και λεκάνη της Λεβαντίνης.» ισχύει εφόσον προέρχονται από τους τροφοπαραγωγούς του 12.000 με 10.000 π.Χ. που έφεραν την γεωργία.

Κρασοπατήρ είπε...

Ωραίος :)

Δημοσίευση σχολίου