Σάββατο, 5 Ιουλίου 2014

Ένας φάκελος με έλασμα (Ή αλλιώς, "τα Άπαντα της Γραφειοκρατίας")

Θα αναρωτιέστε πια νά 'ναι η διαφορά ανάμεσα στις δύο εικόνες με τον γκισέ που δημοσιεύονται με το παρόν κείμενο. Είναι μόνο μία κι αόρατη καθώς ο φακός δεν μπορεί να την απεικονίσει. Είναι άλλης φύσεως. Είναι 30 λεπτά της ώρας ανάμεσα στα οποία δεν μεσολάβησε τίποτε.
Κατά τη διάρκεια αυτή ο κύριος που απεικονίζεται παρατηρεί ενδελεχώς την οθόνη του υπολογιστή του και αναταράσσει ενίοτε τα πλήκτρα του πληκτρολογίου του, με το σύστημα της σκόπευσης. Σαν το γεράκι τα δάχτυλά του διαγράφουν κύκλους άνωθεν υπομονετικά κι άγρυπνα, μέχρι να καρφώσουν το θήραμα με την αποφασιστικότητα του αμείλικτου κυνηγού: ένα πλήκτρο μ'ένα απόμακρο νούμερο, ένα γράμμα κρυμμένο στις φτέρες. Να τα ξετρυπώσουν αμείλικτα και να ξαποστείλουν, αυτά τα χιλιάδες bits στην άλλη άκρη του δικτύου, ένα προς ένα....

Εξηγούμαι: το τοπίο εσωτερικού χώρου που βλέπετε βρίσκεται στην Αργολίδα και πιο συγκεκριμένα στην περιοχή Δαλαμανάρα, ανάμεσα στα περιβόλια του Ναυπλίου, απέναντι από τη θάλασσα και αποτελεί την έδρα της Περιφερειακής Υπηρεσίας του Υπουργείου Μεταφορών ή όπως αλλιώς λέγεται.
Βρέθηκα εκεί όχι ακριβώς για τουρισμό, αλλά διότι διέπραξα την αποκοτιά να αποφασίσω να αγοράσω μια παλαιά μοτοσυκλέτα ενός καλού μου φίλου, λίγο μεγαλύτερου κυβισμού από την συνομήλικη της δική μου, θεωρώντας πως όλο αυτό θα ήτο μια απλή υπόθεση. Κάποια στιγμή η αγοραπωλησία ενός αυτοκινήτου είχε φθάσει να γίνεται με απλούστατο τρόπο σε ένα ΚΕΠ και να μην χρειάζεται καμία άλλη ενέργεια από τον πολίτη.
Κακώς υπολογίσαμε. Και εγώ και ο πωλητής φίλος μου, ο οποίος είναι Πανεπιστημιακός, πληροφορικός και εξασκημένος επίσης σε θέματα γραφειοκρατίας.
Ο πωλητής (ο οποίος κατοικεί στο Ναύπλιο) είχε καταθέσει τις πινακίδες εδώ και αρκετό καιρό, καθότι δεν χρησιμοποιούσε καθόλου την μηχανή του, για δυο έτη περίπου. Την διατηρούσε όμως στον κήπο του. Παρότι δεν θα είχε αντίρρηση να καταβάλει τα τέλη κυκλοφορίας χωρίς να κυκλοφορεί, καθώς το ποσό είναι σχετικά υποφερτό, αναγκάστηκε να καταθέσει τις πινακίδες όταν το κράτος μας κατέστησε υποχρεωτικό να καταβάλεις και τα ασφάλιστρα, ασχέτως εάν κυκλοφορείς ή όχι, απλά και μόνο διότι έχεις πινακίδες. Ακόμη και αν διατηρείς το όχημά σου στον κήπο σου ή στο γκαράζ εντελώς ακίνητο.
Υποχρεώθηκε προκειμένου να γίνει η μεταβίβαση να ανακτήσει τις πινακίδες από την εφορία όπου τις είχε καταθέσει. Παράδοξο πράγμα καθώς το να πουλήσεις ένα όχημα δεν σημαίνει ότι υποχρεωτικά ο αγοραστής πρόκειται να το κυκλοφορήσει. Μπορεί να το αγοράζει για ανταλλακτικά, για να το διακοσμήσει, να το εκθέσει, για οποιονδήποτε λόγο. Για να τα πληροφορηθεί αυτά βέβαια χρειάστηκε η αντίστοιχη επίσκεψη στην εφορία και στο παράρτημα του Υπουργείου μεταφορών.
Η επόμενη έκπληξη ήταν μεγαλύτερη. Για να μεταβιβαστεί το όχημα πρέπει να είναι ήδη ΚΑΙ ασφαλισμένο. Τι κι αν δεν έχει καν πινακίδες και είναι ακίνητο. Τι κι αν πιθανόν ο αγοραστής να μην προτίθεται να το κυκλοφορήσει; ή εν πάση περιπτώσει να θέλει να το ασφαλίσει μόλις το αποκτήσει. Προσέξτε. Πρέπει να ασφαλιστεί ΠΡΙΝ πουληθεί για να μπορεί να πουληθεί. Αφού για να πάρεις τις πινακίδες πίσω από την εφορία πρέπει να προσκομίσεις το ασφαλιστήριο.
Πρόβλημα όμως: Πώς να ασφαλιστεί στο όνομα του αγοραστή (ο οποίος και θα το χρησιμοποιήσει) ένα όχημα που δεν του ανήκει ακόμη, προκειμένου να ανακτηθούν οι πινακίδες; Σταυρόλεξο για δυνατούς λύτες. Το κράτος μας φροντίζει να ακονίζει το μυαλό μας. Τηλεφώνησα στον ασφαλιστή μου και βρήκε τη λύση. Το ασφάλισα στο όνομα του υφιστάμενου ιδιοκτήτη (οπότε χρειάστηκαν όλα τα στοιχεία του) ΚΑΙ στο δικό μου. Και μετά την ολοκλήρωση της μεταβίβασης θα μεταφερθεί η ασφάλεια στο δικό μου όνομα μόνο.
Αφού λοιπόν αυτό συνετελέσθη και ο αγοραστής χωρίς καμία εγγύηση για την ολοκλήρωση της πώλησης (σιγά μην κάναμε και προσύμφωνο σε συμβολαιογράφο για ένα παλιό μηχανάκι, μη βγάζαμε και εγγυητικές!) πλήρωσε την ασφάλεια ενός οχήματος χωρίς πινακίδες κάποιου άλλου (που έτυχε να είναι φίλος του), τότε κατέστη δυνατή η ανάκτηση των πινακίδων από την εφορία με τα αντίστοιχα παράβολα φυσικά.
Πρέπει επίσης για να μεταβιβαστεί ναχει περάσει και ΚΤΕΟ! Αλλά πώς να περάσει ΚΤΕΟ όντας ακίνητο; Πιθανόν να μην χρειαζόταν ακριβώς αυτό και να μπορούσε να το περάσει ΚΤΕΟ και ο αγοραστής αργότερα. Όμως η Υπηρεσία δεν τα γνώριζε αυτά. Ετσι συμβουλεύεται τον καθ’ύλην αρμόδιο: το ιδιωτικό ΚΤΕΟ που βρίσκεται λίγα μέτρα δίπλα από την Υπηρεσία. Και αυτό είναι φυσικά "ενημερωμένο". Όχι! πρέπει να περάσει ΟΠΩΣΔΗΠΟΤΕ πριν μεταβιβαστεί (ε, αφού ο αγοραστής δεν είναι ντόπιος δε θάταν σοφό να το περάσει ΚΤΕΟ αφού το πάρει κάπου αλλού, για λόγους ευνόητους υψίστου εθνικού συμφέροντος).
Εδώ το σκηνικό μεταφέρεται και πάλι στην περιφερειακή υπηρεσία του Υπουργείου Μεταφορών Αργολίδος. Ο πωλητής κατορθώνει με την καλή του τη διάθεση, να υπερκεράσει τις αντιρρήσεις της αρμόδιας υπαλλήλου να του αποκαλύψει το μυστικό ποσό που πρέπει να καταβάλει μέσω τραπέζης, στην παλαιά νομαρχία της αντίστοιχης περιφέρειας. Αρχικά είχε επιφυλάξεις ν’απαντήσει καθώς όπως του είπε δεν μπορεί να εκκινήσει τη διαδικασία (ποια διαδικασία; ένα νούμερο ρώτησε ο δυστυχής: πόσο πάει το παράβολο!) χωρίς την υπογραφή και παρουσία του αγοραστή (που δεν είναι ακόμη αγοραστής!).
Για να μην τα πολυλογώ, μ’αυτά και μ’εκείνα, κατορθώνουμε να μαζέψουμε τα απαιτούμενα (ασφάλειες, πινακίδες, παράβολα, ΚΤΕΟ) και δίνουμε ραντεβού στην εν λόγω υπηρεσία της περιοχής Αργολίδος, μεσημέρι Παρασκευής στη μία, που φθάνει το ΚΤΕΛ, προκειμένου να τελέσουμε το μυστήριο της μεταβίβασης της κυριότητος μιας μοτοσυκλέτας. Ώστε να επιστρέψω με αυτήν στην Αθήνα, αφού δω μια συναυλία στην Επίδαυρο.
Μπαίνοντας στο ειδυλλιακό κτήριο που φαίνεται στις εικόνες, σταθήκαμε στο γκισέ. Ημαστε οι μοναδικοί πελάτες όταν φθάσαμε. Με τα χαρτιά μας και με τα παιδιά μας (του φίλου μου).
Πίσω από το διαχωριστικό ένας κύριος ορθός συζητούσε γαλήνια με έναν άλλο. Αλλά το γραφείο δίπλα του, ακριβώς μπροστά στο παραθυράκι του γκισέ όπου συνήθως καθόταν η κυρία που είχε εξυπηρετήσει τον φίλο μου στις επισκέψεις του εκεί που προηγήθηκαν, ήταν κενό. Πέρασαν πέντε λεπτά, δέκα, δεκαπέντε, είκοσι…. Ο όρθιος κύριος, συζητούσε στοχαστικά με τον άλλο όρθιο κύριο. Απόρησα με την ηρεμία τους, να μην αντιδρούν καθόλου. Πόση ώρα να περίμεναν άραγε οι δύσμοιροι και δεν είχαν βάλει ακόμη τις φωνές ψάχνοντας να βρουν την απούσα υπάλληλο; Τι να λένε με τέτοια αυτοσυγκέντρωση; Τι νάναι αυτό που τόσο τους έχει απορροφήσει στην χαμηλόφωνη συζήτηση;
Σαν πίνακας του Vermeer ο χρόνος απόμεινε παγωμένος για μια αιωνιότητα. Εμείς δεν υπήρχαμε για αυτούς, παρά τον θόρυβο που έκαναν τα πιτσιρίκια, που περιμένοντας τόση ώρα τάπιασε νευρικότητα. Ενδιάμεσα ήρθαν και κάνα δυο άλλοι πελάτες ακόμη, πίσω μας στην ουρά.
Τα μικρά έμοιαζαν ναταν οι μόνοι κανονικοί άνθρωποι που καταλάβαιναν πως κάτι πάει στραβά, ότι η ώρα περνάει ασκόπως. Πώς είναι όταν ο καθηγητής Ξαβιέ, παγώνει το χρόνο στους X-men; Κάπως έτσι έμοιαζε το σκηνικό. Βρε μπας κι είναι μεταλλαγμένοι, σκέφτηκα!
Περιττό να πω πόσο μεγάλη ήταν η έκπληξή μας όταν ο ενας από τους δύο όρθιους κυρίους αφού ολοκλήρωσε τη συζήτηση και αποχαιρέτησε τον συνομιλητή του χαλαρά, πλησίασε το γκισέ από την μέσα πλευρά, μας κοίταξε προσεκτικά λες και μόλις μας είχε δει και μας ρώτησε, σαν από περιέργεια: «Εσείς τι περιμένετε;» . Καταλάβαμε πως ήταν κάτι σαν προϊστάμενος. Ήταν ο κάτοχος του δεύτερου γραφείου στο δωματιάκι πίσω από το γκισέ.
Του απαντήσαμε εν χορώ: «Να κάνουμε μια μεταβίβαση μηχανής». 
«- Εχετε άδεια;»
«- ’Εχουμε»
«- Εχετε παράβολο; ΚΤΕΟ; » 
«- Εχουμε»
«- Ταυτότητες;»
«- Εχουμε»
«- Εχετε …..»
«- Εχουμε» 
Αφού περιεργάστηκε τα χαρτιά κανένα πεντάλεπτο (μετρημένο) στράφηκε σε εμένα με ανιχνευτικό βλέμμα. 
«Εσείς που μένετε;» 
«Αθήνα» είπα συγκρατώντας την ψυχραιμία μου. 
Μουριξε ένα βλέμμα περιφρονητικό που μάλλον σήμαινε «και τι κάνεις εδώ πέρα και μας ζαλίζεις;»
Ρώτησε και τον φίλο μου το αντίστοιχο μπας και βγάλει λαυράκι. ‘Αν τούλεγε «Αθήνα κι εγώ», τον φαντάστηκα να το ξεφουρνίζει: «Α, εμείς εξυπηρετούμε μόνο κατοίκους της περιοχής». Όμως ο φίλος μου κατοικεί στο Ναύπλιο μερικές εκατοντάδες μέτρα παραπέρα, στα ίδια περιβόλια, και δεν του δόθηκε η ευκαιρία.
Εάν αναγκαζόμαστε να ολοκληρώσουμε στην Αθήνα τη μεταβίβαση, πέρα από άλλο ένα ταξίδι ή εξουσιοδοτήσεις, το παράβολο των 40κάτι ευρώ θα ήταν άχρηστο, μια και πληρώνεται από την Τράπεζα σε λογαριασμό της Νομαρχίας της περιοχής η οποία πιθανότατα εποπτεύει ως περιφερειακή Διοίκηση και την εν λόγω Υπηρεσία και όχι στο Κεντρικό Κράτος. Οπότε δε θάκανε το ίδιο για την Αθήνα πλέον. Άλλο κράτος εδώ, άλλο εκεί.
Αφού έδειξε κάπως απογοητευμένος από την απάντηση, ανέλαβε τη δουλειά με κάπως βαριά καρδιά.
Τότε ήρθε η χαριστική βολή. Με κοιτά κατάματα με τα μπλε διαπεραστικά χωριάτικα μάτια του και μου λέει. Μπορείτε σας παρακαλώ να πάρετε ένα φάκελο με έλασμα (απεικονίζεται στην άλλη φωτογραφία επάνω στο γραφείο του) από τον διπλανό γκισέ και να μου τον φέρετε; Σάστισα για μια στιγμή. Απόρησα για ναμαι ειλικρινής. Μύριες υποθέσεις μου πέρασαν από το μυαλό. Μού ζήτησε μια εξυπηρέτηση; Ένα θέλημα; Μια βοήθεια;
Κοιταχτήκαμε με τον φίλο μου. Υπάκουσα. Πήγα στον γκισέ του πρωτοκόλλου, τρία μέτρα παρά δίπλα και ζήτησα αυτό που μου υπέδειξε. Ενας ευγενέστατος κύριος δίνοντάς μου τον φάκελο μου είπε: πενήντα λεπτά παρακαλώ. Τα έδωσα με κάποια ανακούφιση. Φυσικά δεν έλαβα κάποιο χαρτάκι σε αντιστοιχία με τη συναλλαγή. Ολα κι όλα. Το κράτος είναι κράτος.
Επήγα τον φάκελο στον αρχικό κύριο, μέσα στον οποίο αυτός, αφού τον περιεργάστηκε σαν να μην είχε ξαναδεί παρόμοιο, τακτοποίησε τα παράβολα, το ΚΤΕΟ, την παλαιά άδεια, και απέξω έγραψε τον αριθμό της μηχανής.
Εντυπωσιάστηκα. Μόλις είχα αγοράσει (ακριβά) την γραφική ύλη μια δημόσιας υπηρεσίας! Σκέφτηκα να ρωτήσω μήπως χρειαζόταν και κανένα στυλό.
Με σόκαρε κάπως και η ακρίβεια της διατύπωσης. Αυτό το «με έλασμα». Δηλαδή αν δεν είχε έλασμα τι θα γινόταν; Σα να κάνεις τράκα τσιγάρο και να λες «μάλμπορο παρακαλώ».
Ενδιαμέσως επέστρεψε και η κυρία που κανονικά βρισκόταν πίσω από το γκισέ και όλα μπήκαν πλέον σε σειρά.
‘Ετσι φτάνουμε στην πρώτη εικόνα, από όπου ξεκίνησε η αφήγηση τούτη, με τον προϊστάμενο να σημαδεύει τα πλήκτρα, ένα προς ένα για μισή ώρα επεξεργαζόμενος ενδελεχώς δυο φακέλους. Τον δικό μου και του αμέσως επόμενου (ο οποίος τελείωσε πρώτος),
Εν τω μεταξύ ο φίλος μου (και πωλητής) βγήκε μια βόλτα με τα παιδιά στο προαύλιο για να ηρεμήσουν, ενώ ο κύριος με δυο φακέλους πάνω στο γραφείο του παίδευε το κομπιούτερ μέχρι να καταφέρει να ολοκληρώσει την εκτύπωση της ΗΛΕΚΤΡΟΝΙΚΗΣ μας μεταβίβασης: μια απλή βεβαίβωση σε χαρτί κακής ποιότητας που θα σβησει μετά από μερικές εβδομάδες αν το κουβαλάς μαζί.
Όταν ρώτησα αν παίρνουμε κάποια "άδεια", αυτός, με έναν αδιόρατο τόνο παράπονου στη φωνή, είπε: δεν υπάρχει πια "άδεια". Δεν τυπώνουμε τίποτε άλλο. Αυτό το χαρτί αρκεί.
Τότε έλαμψε η πλήρης εικόνα στα έκθαμβα μάτια μου. Όλα όσα είχαμε κάνει, ακόμη και οι εισπρακτικοί παραλογισμοί, θα μπορούσαν να είχαν γίνει αυτόματα με τον κωδικό του TAXIS που διαθέτουμε ήδη, τον δικό μου και του πωλητή. Αφού εκεί βρίσκονταν ήδη το ασφαλιστήριό μου, τα παράβολα, οι πληρωμές, η άδεια και μέσω αυτών ελέγχει η Αστυνομία, η εφορία και το Υπουργείο μεταφορών πλέον κάθε όχημα. Δε χρειάζονται τα χαρτιά ήδη. Το κράτος κατόρθωσε να εξαφανίσει τα χαρτιά, να εφαρμόσει την πληροφορική (ενώ επέβαλε τα τρία τελευταία χρόνια κάθε είδους εισπρακτικούς παραλογισμούς), αλλά όλα αυτά δεν φτάνουν για να εξαφανίσουν τον κύριο και το κτήριο αυτό από τον κάμπο του Δαλαμανάρα.
Μα φυσικά: δεν αλλάζει η πληροφορική τους ανθρώπους, τη διοίκηση, τις δομές και τις διαδικασίες. Τις υπηρετεί όταν αλλάζουν. Όταν σχεδιάζονται με άλλους στόχους και άλλη νοοτροπία, τις εξυπηρετεί, τις επιταχύνει τις κάνει αποτελεσματικότερες. Οσο όμως οι δομές μένουν ίδιες, όσο οι άνθρωποι δεν αλλάζουν νοοτροπία, όσο ο στόχος είναι αυτοσκοπός, η όποια εφαρμογή απλώς περιπλέκει το σύστημα και εξουδετερώνεται.
Πληρώνουμε ΚΑΙ το τραίνο υψηλής ταχύτητας ΚΑΙ τον γάιδαρο. Αλλά πάει ο γάιδαρος μπροστά και το τραίνο από πίσω.
Είχαμε συμπληρώσει στην επίσκεψη αυτή ήδη μία ώρα και 15 λεπτά μπρος από έναν γκισέ όπου φτάσαμε πρώτοι χωρίς άλλους πελάτες, για να ολοκληρώσουμε την μεταβίβαση μιας μοτοσυκλέτας, της οποίας οι προπαρασκευαστικές εργασίες είχαν πάρει άλλες τρεις ημέρες, μέχρι να χαθούμε στα περιβόλια του Αργολικού κάμπου κάπως ξαλαφρωμένοι που τα καταφέραμε, αλλά και περισσότερο ανήσυχοι για το μέλλον των παιδιών που μεγαλώνουν σε αυτό τον τόπο.
Απέναντι λαμπύριζε η θάλασσα, λίγο πιο κάτω ένα παράξενο καϊκι λικνιζόταν πλάι σε μια σημαία κι ένα σήμα απαγόρευε τη στάθμευση στον ορίζοντα. Κάτω από αυτό το ρημάδι το γλυκό φως που μεταμορφώνει κι ομορφαίνει κάθε ασχήμια.




 







0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου