Δευτέρα, 7 Ιουλίου 2014

Γύφτοι - Κατσίβελοι - Ρομά ~ Από που κρατά η σκούφια τους





Η ιστορία των «παντρεμένων».

Το όνομά τους τώρα είναι Ρομά, αλλά το μυστήριο περί την καταγωγή τους εξακολουθεί να υπάρχει.

Βουτιά στα άδυτα της ιστορίας και της επιστήμης για τον λαό των «νοικοκυραίων».



Είναι κοντά μας εδώ και αιώνες. Από εμάς τους γνώρισαν η υπόλοιπη Ευρώπη και η Αμερική. Όμως το «πούθε κρατάει η σκούφια τους» ήταν πάντα ένα μυστήριο για εμάς, αλλά και... για τους ίδιους. Διότι, πολύ απλά, οι άνθρωποι της «φυλής των νοικοκυραίων» δείχνουν να μη γνωρίζουν την έννοια της λέξης «νόστος»: ποτέ δεν πόνεσαν για τη χαμένη πατρίδα τους, ποτέ δεν θέλησαν να γυρίσουν σε αυτήν, ποτέ δεν τη διεκδίκησαν ως πατρώα γη. Αλλά γιατί; Τι μπορεί να είναι τόσο δυνατό ώστε να ξεριζώσει από έναν λαό τη θύμηση της πατρίδας; Ποιο είναι το μυστικό που κρύβει η ταυτότητα των μποέμ μελαχρινών νομάδων, που άλλοτε τους έλεγαν Αθίγγανους, Τσιγγάνους και Γύφτους, αλλά εδώ και μια δεκαετία Ρομά; «Το Βήμα» ξεφυλλίζει τα πιο ετερόκλητα κιτάπια της Ιστορίας για να βρει την απάντηση, όπως και τις πιο πρόσφατες γονιδιακές μελέτες που τη διασταυρώνουν. Και αυτή η απάντηση... είναι γεμάτη εκπλήξεις.

Είναι ο μόνος λαός που ποτέ του δεν διεκδίκησε την επιστροφή στα πατρώα εδάφη. Και, ακόμη πιο μυστηριωδώς για μας τους υπολοίπους, διέγραψε από τη συλλογική του μνήμη ως και το ποια ήταν αυτή η πατρίδα. Δεν κράτησε στις λαϊκές  παραδόσεις του όχι μόνο κάποιο έπος του αλλά ούτε το ελάχιστο δημοτικό τραγούδι που θα διηγούνταν το από πού, πότε και πώς συνέβη ο ξεριζωμός του. Το μόνο που διεκδίκησε - μόλις το 1971 - ήταν να μην τον ονομάζουν πια με τα διάφορα ονόματα που διάλεγαν οι άλλοι αλλά με εκείνα που ο ίδιος προτιμούσε: Ρομά ο λαός τους και Ρομανί οι ίδιοι.


Το αίτημά του έγινε δεκτό από τους διεθνείς οργανισμούς και με το πέρασμα στον νέο αιώνα συνειδητοποιήσαμε όλοι αίφνης πως το πολιτικώς ορθόν ήταν πλέον να αποκαλούμε Ρομά όσους παλαιότερα ονομάζαμε Αθίγγανους, Τσιγγάνους ή Γύφτους. Αλλά γιατί είναι έτσι το σωστό και όχι αλλιώς; Και αν εκείνα τα ονόματα ήταν λάθος, πώς προέκυψαν; Και αφού οι ίδιοι «δεν ξέραν πούθε κρατάει η σκούφια τους», ποιος μας λέει ότι το νέο όνομα είναι και το αρχικό τους; Χώρια που το Ρομανί ηχεί περίεργα οικείο σε όλες τις πάλαι ποτέ κτήσεις των Ρωμαίων στα μέρη μας: Ρωμυλία ή Ρούμελη λεγόταν η Στερεά Ελλάδα, Ανατολική Ρωμυλία η Βόρεια Θράκη, Ρωμανία η τωρινή Ρουμανία. Να 'ναι, λοιπόν, ένα όνομα που προσεταιρίστηκαν εκ των υστέρων επειδή από τα μέρη αυτά πρωτοπάτησαν στην Ευρώπη; Εκείνοι απορρίπτουν την καχυποψία μας μετά βδελυγμίας: Ρομά, λένε, σημαίνει στη γλώσσα τους «άνθρωπος» και μάλιστα «παντρεμένος», «νοικοκύρης».

Το επιχείρημα θα αρκούσε αν κρίναμε μόνο βασιζόμενοι στις εντυπώσεις από εξέχοντα μέλη του λαού αυτού, όπως ο Τσάρλι Τσάπλιν, ο Μπομπ Χόσκινς και ο ημέτερος πολυαγαπημένος Κώστας Χατζής. Λέμε όμως να ψάξουμε το θέμα επιστημονικά, τόσο ιστορικά και γλωσσολογικά όσο και γονιδιακά. Και αυτό είναι ένα... κουβάρι ιδιαίτερα μπερδεμένο.


Το όνομα
«Τσιγγάνοι» προέρχεται είτε από παραφθορά της λόγιας λέξης «αθίγγανοι» είτε από το τουρκικό «τσιγκάν»,που σημαίνει πάμπτωχος, ή... από όνομα που τους συνόδευσε από τη χώρα καταγωγής τους 

Λαθρομετανάστες του Μεσαίωνα
Λίγο πριν από την πρώτη χιλιετία μ.Χ. το πολύπαθο Βυζάντιο έγλειφε τις πληγές του από τις απανωτές επιθέσεις Ρώσων, Αράβων και Βουλγάρων, χωρίς να φαντάζεται ακόμη τη διαλυτική εμφάνιση των Σταυροφοριών και τη μετεγκατάσταση των Τούρκων στη Μ. Ασία. Τότε, το 800 μ.Χ., σημειώνεται και η πρώτη αναφορά στο όνομα Ατσίγγανοι: κατά τη διάρκεια ενός λιμού η Αγία Αθανασία έδωσε τροφή σε «ξένους που ονομάζονταν Ατσίγγανοι» κάπου στη Θράκη. Λίγο μετά, το 803 μ.Χ., ο Θεοφάνης ο Εξομολογητής έγραψε πως ο αυτοκράτωρ Νικηφόρος βοηθήθηκε από τους Ατσίγγανους στην καταστολή μιας εξέγερσης «μέσω της μαγικής τους γνώσης». Και ύστερα, το 1054 μ.Χ., στο αγιορείτικο κείμενο «Η ζωή του Αγίου Γεωργίου του Αναχωρητή» γράφτηκε πως ο αυτοκράτωρ Κωνσταντίνος ΙΧ ο Μονομάχος απαλλάχθηκε από άγρια θηρία που έτρωγαν τα κοπάδια του με δηλητηριασμένα δολώματα που έβαλαν οι Ατσίγγανοι.

Με το όνομα όμως αυτό ήταν γνωστή στα ίδια χρόνια μια μανιχαϊστική αίρεση περιβόητη για τις τελετές μαγείας της. Να είχαν δώσει αυτό το όνομα και στους μελαψούς ξένους λόγω της «παρόμοιας τέχνης»; Πάντως εφεξής οι βυζαντινοί λόγιοι τους ανέφεραν ως Αθίγγανους (δηλαδή, αυτοί που δεν τους αγγίζεις), πράγμα που παραπέμπει ευθέως στον ορισμό των κατώτερων τάξεων της κοινωνίας των Ινδών. Το όνομα «Τσιγγάνοι» που υιοθέτησε στη συνέχεια γι' αυτούς ο απλός λαός προέρχεται είτε από παραφθορά της λόγιας λέξης είτε από το τουρκικό «τσιγκάν», που σημαίνει πάμπτωχος ή... από όνομα που τους συνόδευσε από τη χώρα καταγωγής τους.

Οι Δυτικοευρωπαίοι άρχισαν να τους αναφέρουν δύο αιώνες μετά: το 1322 μ.Χ. ο φραγκισκανός μοναχός Σίμων Σιμεώνις περιέγραψε «Ατσίγγανους» που ζούσαν στην Κρήτη, το 1350 ο Λουντόλφους Ζουντχάιμ τους ανέφερε ως «Μαντιπόλους» (μάντεις περιφερόμενους από πόλη σε πόλη) που κατέληξαν σκλάβοι στην Ηπειρο και κατέφυγαν στην ενετική Κέρκυρα. Εκεί έγιναν κολίγοι που ανήκαν στο Feudum Acinanorum. Αλλά το από πού είχαν έρθει αυτοί οι άνθρωποι φαίνεται ότι δεν το γνώριζε κανείς. Οι προσκυνητές των Αγίων Τόπων που μεταστάθμευαν στη Μεθώνη τους έβλεπαν εκεί να φτιάχνουν σπαθιά και υπέθεταν ότι είχαν έρθει από την Αίγυπτο (Αιγύπτιοι - Γύφτοι - Gypsies). Αλλωστε και οι ίδιοι φρόντιζαν να λένε στους Δυτικούς μια βολική ιστορία που τους έκανε συμπαθείς: ήταν, λέει, μια φυλή καταραμένη από τον Θεό να περιπλανιέται επειδή είχε απαρνηθεί τον Θεάνθρωπο Χριστό και τώρα ήταν κυνηγημένη από τους αλλόπιστους, Αραβες και Τούρκους. Η ιστορία αυτή τους έδωσε «διαβατήριο» για τις χώρες των χριστιανών, αλλά ίσως έτσι ξεκίνησε και η φημολογία ότι «οι Γύφτοι σκάρωσαν τα καρφιά που σταύρωσαν τον Χριστούλη».  
  

Πώς έγιναν «μποέμ»
 
Στους αιώνες που η Οθωμανική Αυτοκρατορία εξαπλωνόταν στις χώρες που πριν ανήκαν στους Βυζαντινούς οι Ατσίγγανοι / Αθίγγανοι / Γύφτοι / Ρομά προπορεύονταν ως λαθρομετανάστες: με το που κατέλαβαν οι Τούρκοι τη Μολδοβλαχία, το 1410, κύματα Τσιγγάνων πέρασαν στη Βοημία. Ο αυτοκράτωρ Σιγισμούνδος της Αγίας Ρωμαϊκής Αυτοκρατορίας του Γερμανικού Εθνους εντυπωσιάστηκε τόσο από τα ταλέντα τους ως διασκεδαστών της αυλής που τους εξέδωσε διαβατήρια για ελεύθερη διέλευση προς όποια ευρωπαϊκή χώρα ήθελαν. Ετσι έγιναν γνωστοί στη Γαλλία ως Βοημοί (ο όρος μποέμ για τους γλεντζέδες προέρχεται από εκείνη την εποχή) και έφθασαν και στη Γερμανία, στην Ιταλία, στην Ισπανία και στην Πορτογαλία.

Από τότε και έπειτα οι Τσιγγάνοι εξαπλώθηκαν στη Βρετανία, στη Σκανδιναβία, στη Ρωσία και στην... Αμερική. Η εξέταση DNA σκελετών τους όμως που βρέθηκαν στη Νορβηγία έδειξε ότι κάποιοι από αυτούς είχαν πρωτοφτάσει εκεί τον 11ο αιώνα ως υπηρέτες συνταξιούχου τινός της Βαραγγιανής Φρουράς του βυζαντινού αυτοκράτορα! 
 

Πιο καθαροί από τους άλλους
 
Ενόσω οι Τσιγγάνοι πληθύνονταν, η αμφιβολία των Ευρωπαίων γι' αυτή την περίεργη φάρα ανθρώπων μεγάλωνε. Ο σπόρος είχε πέσει στα χρόνια του Μεγάλου Θανατικού (της επιδημίας που σκότωσε εκατομμύρια), όταν όλοι αρρώσταιναν εκτός από τους Τσιγγάνους. Από το μυαλό κανενός δεν περνούσε τότε ότι ευθυνόταν η κατά πολύ υποδεέστερη προσωπική υγιεινή  των Δυτικοευρωπαίων έναντι εκείνης που παραδοσιακά τηρούσαν οι Τσιγγάνοι. Και όταν έπειτα άρχισαν να φτάνουν με τα κάρα τους και στο τελευταίο χωριό, άρχισε και η αντιστροφή του «καλωσορίσματος»: στην αρχή τούς κατηγόρησαν για «κατασκόπους των Τούρκων» και μετά για όλα τα παραφερνάλια της ταχυδακτυλουργίας και της μαγείας - απατεωνιά, κλεψιά, αλητεία... Στην ίδια τη Βοημία που κάποτε τους έμπασε στην Ευρώπη ψηφίστηκε το 1538 ο πρώτος νόμος περιστολής τους, για να ολοκληρωθεί το 1545 με το διάταγμα των Αψβούργων που έλεγε ότι «όποιος σκοτώνει Γύφτο δεν διαπράττει έγκλημα». Στα επόμενα 400 χρόνια οι Τσιγγάνοι έζησαν ουσιαστικά ως σκλάβοι - τόσο στην Ευρώπη όσο και στη Ρωσία -, για να κορυφωθεί ο ρατσισμός εναντίον τους κατά τη διάρκεια του Β' Παγκοσμίου Πολέμου, όταν εξοντώθηκαν περίπου 220.000 Τσιγγάνοι στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί.


Οι αριθμοί

10.000 οργανοπαίκτες ήταν η πρώτη «εξαγωγή» από την Ινδία
1.500oC (κατάλληλους για ατσάλι) έπιαναν τα χυτήρια των Γύφτων
400 χρόνια έζησαν οι Τσιγγάνοι ως σκλάβοι στην Ευρώπη και στη Ρωσία
220.000 Τσιγγάνοι εξοντώθηκαν στα στρατόπεδα συγκέντρωσης των ναζί


Η αναζήτηση της κοιτίδας
 
Ο πρώτος ευρωπαίος επιστήμονας που υποψιάστηκε ότι οι Γύφτοι δεν ήταν από την Αίγυπτο αλλά από πολύ μακρύτερα ήταν ο καθηγητής του γερμανικού πανεπιστημίου Halle Γιόχαν Ρούντιγκερ: το 1782 δημοσίευσε άρθρο υπό τον τίτλο «Περί της ινδικής γλώσσας και καταγωγής των Γύφτων», όπου συνέκρινε τη γραμματική δομή της γλώσσας τους με εκείνες των ινδοάριων γλωσσών του Ινδουστάν (στο σημερινό Πακιστάν). Από τότε και ως το 2003 έχουν δημοσιευθεί πάνω από 2.500 γλωσσολογικές εργασίες επί του θέματος (βλ. benjamins.com/#catalog/books/lisl.28/main). Ποιο είναι το συμπέρασμα στο οποίο συγκλίνουν; Οτι η κοιτίδα αυτού του λαού βρίσκεται μάλλον στο σημερινό Ανατολικό Πακιστάν και στη Δυτική Ινδία, στην κοιλάδα του Ινδού και στην περιοχή Μουλτάν του Πουντζάμπ (Πενταποταμία). Η δε παλαιότερη ονομασία του ήταν στα αρχαία σανσκριτικά κείμενα Ντομπά, δηλαδή «μουσικοί από χαμηλή κάστα».

Ως προς το «πότε ξεκληρίστηκαν από 'κεί», οι γλωσσολόγοι σημειώνουν την ιδιαιτερότητα της γλώσσας τους να μην έχει ουδέτερο γένος. Αυτή η διαφοροποίησή τους από τη γλωσσική εξέλιξη των υπολοίπων κατοίκων της Ινδικής χερσονήσου τοποθετεί την «απόσχιση» το αργότερο στον 10ο-13ο αιώνα μ.Χ. Είναι ακριβώς οι αιώνες που οι Σελτζούκοι Τούρκοι εισέβαλαν στην Περσική και στη Βυζαντινή Αυτοκρατορία, για να έρθει ξοπίσω τους η λαίλαπα των μογγολικών ορδών. Γλωσσολόγοι και ιστορικοί συμφωνούν τώρα ότι η μετανάστευση του λαού των Τσιγγάνων πρέπει να έγινε σε τρία κύματα κατά την ταραγμένη εκείνη περίοδο, με το τελευταίο σπρώξιμό τους προς το Βυζάντιο ίσως στον 13ο αιώνα, όταν τις κτήσεις Τούρκων και Περσών αιματοκυλούσαν οι ορδές του Ταμερλάνου. 



Τι δείχνει το DNA
 
Το πιο πρόσφατο επιστημονικό πόρισμα για την προέλευσή τους δημοσιεύθηκε στις 16 Μαΐου 2012 στο περιοδικό «Nature» από μια διεθνή ομάδα έγκριτων γενετιστών: συγκρίνοντας το DNA των Ρομά της Ευρώπης με εκείνο αντιπροσωπευτικού δείγματος 10.000 ατόμων από τις 214 φυλές της Ινδίας, κατέληξαν στο ότι όντως κατάγονται από τους Ντομπά της Ινδίας. Οι Ντομπά (γνωστοί και ως Ντομ ή Νταλίτ) είναι παρίες-Αθίγγανοι, ακόμη και στη σημερινή Ινδία. Αλλά τι το ιδιαίτερο είχε ο συγκεκριμένος λαός ώστε να τον «πάρουν μαζί τους» οι μετά τον Αλέξανδρο κατακτητές αυτής της τεράστιας χώρας;

Η απάντηση αρχίζει να ξεδιπλώνεται όταν ξεφυλλίσουμε τα αρχαιότερα κιτάπια που αναφέρθηκαν σε αυτούς στις χώρες που γειτονεύουν με την κοιλάδα του Ινδού.


Οργανοπαίκτες στα χωράφια
 
Επί της βασιλείας του πέρση ηγεμόνα Μπαχράμ (420-438 μ.Χ.), ο ινδός βασιλιάς Σανγκούλ του έκανε δώρο 10.000 οργανοπαίκτες από τη φυλή των Λούρι. Ο Μπαχράμ τούς μοίρασε σπόρους και χωράφια για τα προς το ζην. Αλλά οι Λούρι έφαγαν τους σπόρους και ύστερα ζήτησαν από τον βασιλιά κι άλλους. Τότε ο Μπαχράμ τούς ξαπόστειλε αηδιασμένος στα πέρατα της Γης. Τάδε έφη στη «Βίβλο των Βασιλέων» ο πέρσης ποιητής Φερντοσί το 1011 μ.Χ. 
Τους Λούρι αυτούς τους συναντάμε αμέσως μετά στα περίχωρα της Βαγδάτης, όπου οι Αραβες τους αποκαλούν Τζατ. Η εκεί παρασιτική παρουσία τους καταλήγει σύντομα σε πολεμική σύρραξη, με αποτέλεσμα να φθάσουν καταδιωγμένοι κάποτε στην Αίγυπτο. Πιθανόν κάποιοι από αυτούς να έφθασαν και στα μέρη μας, οπότε έγιναν γνωστοί ως Αιγύπτιοι - Γύφτοι. Αλλά ήταν απλά το «πρώτο κύμα».
 

Τα συντάγματα Τσικανίε και το πέρασμα στην Ευρώπη
 
Εξι αιώνες μετά, το 1001 μ.Χ., ένας τούρκος στρατηγός του αραβικού χαλιφάτου των Αββασιδών, ο Μαχμούντ Γκάζνι, έχει γίνει διοικητής του σημερινού Αφγανιστάν και αρχίζει αλλεπάλληλες επιδρομές στην κοιλάδα του Ινδού. Η πρώτη επαρχία που χτυπάει είναι το Μουλτάν, η θεωρούμενη κοιτίδα των Τσιγγάνων. Τα στρατιωτικά χρονικά της εποχής του λένε ότι επέστρεψε με πολλές χιλιάδες αιχμαλώτων που ενέταξε στον στρατό του. Μία μάλιστα πηγή - αδιασταύρωτη - αναφέρει ότι «είχε μαζί του τέσσερα συντάγματα Τσικανίε, μαζί με τα γυναικόπαιδά τους».

Τα πολυτάραχα εκείνα χρόνια είναι οι αιώνες της αραβικής επέκτασης ως τον Καύκασο και την Ινδία αλλά και της καθόδου των τουρκικών και μογγολικών ορδών από την κεντροασιατική στέπα. Οι τρεις αυτοί ιπποτοξότες κατακτητές αντιμάχονται μεταξύ τους χρησιμοποιώντας τους κατακτημένους λαούς ως πεζικό. Οι Τσιγγάνοι της Περσίας ισχυρίζονται ότι τότε βρέθηκε η φυλή τους (Λομά) μετεγκατεστημένη στην επαρχία Βασπουρακάν της Αρμενίας. Το 1021 ο ηγέτης της επαρχίας ονόματι Σενεκερίμ Αρντζρούνι αντάλλαξε τη Βασπουρακάν με εδάφη στη Σεβάστεια της βυζαντινής Κιλικίας, απέναντι από την Κύπρο. Σημειώνουμε ότι η μετανάστευση αυτή συμπίπτει χρονολογικά με την πρώτη εμφάνιση Αθίγγανων στην Κωνσταντινούπολη. Στο αρμένικο Βασίλειο της Κιλικίας όμως έφτασαν σύντομα οι Σελτζούκοι Τούρκοι, οι Σταυροφόροι και οι Μογγόλοι. Επί δύο αιώνες οι Τσιγγάνοι της Αρμενίας έγιναν «μπαλάκι» στα χέρια τους, μέχρι που το 1375 το βασίλειο αυτό κατέρρευσε οριστικά και Αρμένιοι και Τσιγγάνοι κατέφυγαν με γενοβέζικα πλοία στη σημερινή Μολδαβία ιδρύοντας το βασίλειο της Βεσσαραβίας. Δίπλα τους ήταν η σημερινή Ρουμανία, όπου οι Τσιγγάνοι βρήκαν άδεια βοσκοτόπια για τα άλογά τους, αλλά κατέληξαν σκλάβοι στους ντόπιους βοεβόδες.



Οι σφαγές του Ταμερλάνου
 
Μεγάλος αριθμός μελών της φυλής των Λομά κατέληξε επίσης στο σημερινό Αζερμπαϊτζάν. Στον Βίο του Ταμερλάνου που έγραψε ο Σύριος Αχμάντ ιμπν Αραμπσάχ (1389-1450) διαβάζουμε για περίεργα περιστατικά που συνέβησαν στα πρώτα χρόνια εξουσίας του μεγάλου στρατηλάτη (θυμίζουμε ότι αυτός ο μουσουλμάνος Μογγόλος ξεπάστρεψε στη συνέχεια 17 εκατομμύρια ανθρώπους, ήτοι το 5% του τότε παγκόσμιου πληθυσμού). Τρεις φορές, λέει, ξεκίνησε ο στρατηγός για εκστρατεία, για να βρει και τις τρεις φορές τους Τσιγγάνους να έχουν καταλάβει την πρωτεύουσά του. Τελικά κατέσφαξε τους περισσοτέρους και οι υπόλοιποι διασκορπίστηκαν. Το 1398, όμως, όταν ο Ταμερλάνος εισέβαλε στο Μουλτάν της Ινδίας, βρήκε απέναντί του μια στρατιά από Τζατ, ομόφυλους των Λομά. Επακολούθησε νέα μεγάλη σφαγή αυτών των «καταραμένων» και ξεριζωμός όσων γλίτωσαν. Και λίγο πριν από την τρομερή τελική μάχη του Δελχί ο ανελέητος Μογγόλος αποκεφάλισε μπροστά στον ινδό βασιλιά 100.000 αιχμαλώτους του! Το ηθελημένο ή συμπτωματικό κυνηγητό των Λομά/Τζατ/Τσιγγάνων από τις ορδές του Ταμερλάνου συνεχίστηκε όταν αυτός ήρθε σε σύρραξη με τους Σελτζούκους Τούρκους. Ετσι μοιάζει τελείως λογικό το ότι η καταδιωκόμενη αυτή φυλή συνέχισε να κινείται δυτικά, προς το Βυζάντιο και την Ευρώπη, ξεγράφοντας σταδιακά από τη θύμησή της τον τόπο καταγωγής της και την προοπτική επιστροφής σ' αυτόν.    


Ποιες είναι οι φυλές των Τσιγγάνων;

Γλωσσολογικά οι Τσιγγάνοι διαχωρίζονται σε τρεις φυλές: τους Ρομά, τους Ντομά και τους Λομά. Οι Ρομά είναι η πολυπληθέστερη φυλή, απαρτιζόμενη από αρκετές υποδιαιρέσεις της: τους Καλντέρα, τους Καλντεράς και τους Κουρά- ρα, που είναι κυρίως σιδηρουργοί, ξυλουργοί και καλαθοπλέκτες, αλλά και τους Λοβάρα, που είναι εκτροφείς αλόγων. Τους συναντάμε στην Τουρκία, στα Βαλκάνια, στην Κεντρική και στην Ανατολική Ευρώπη. Στους Ρομά εντάσσονται επίσης οι Κάλε, που ζουν κυρίως στη Νότια Γαλλία και στην Ιβηρική χερσόνησο, με εξειδίκευση στο τραγούδι, στο θέατρο και στον χορό φλαμένκο, και οι Σίντι, που βρίσκονται συγκεντρωμένοι στα σύνορα Γαλλίας – Γερμανίας (ιδιαίτερα στην Αλσατία) και είναι εξειδικευμένοι στην ακροβασία και στις τέχνες του τσίρκου. Τέ λος, οι Ρομάνισελ, που απαντώνται κυρίως στη Μεγάλη Βρετανία και στις ΗΠΑ και παραδοσιακά ήταν εκτροφείς αλόγων.

Οι Τσιγγάνοι που συναντάμε σε Μαρόκο, Τυνησία, Αλγερία στις χώρες δηλαδή της περιοχής Μαγκρέμπ (οι Νταρ-μπούσι-φαλ), στην Αίγυπτο (οι Γκάγκαροι), στη Μέση Ανατολή και στη ΝΑ Τουρκία ανήκουν γενικά στη φυλή των Ντομά και εξειδικεύονται στα ακροβατικά και στην ταχυδακτυλουργία. Εντυπωσιακό είναι το ότι οι Ντομά της Αιγύπτου είναι στην πλειονότητά τους χριστιανοί κόπτες. 

Στην Αρμενία, στη Γεωργία και στο Ιράν συναντούμε την τρίτη και πιο ολιγάριθμη φυλή, των Λομά, που εξειδικεύεται στην εκτροφή αλόγων. Συνολικά ο πληθυσμός τους ανά τον κόσμο εκτιμάται στα 12 εκατομμύρια.




Γιατί τους λέμε «κατσίβελους»;
 
Στη Θράκη κυρίως αλλά και σε άλλες περιοχές της Ελλάδας παραδοσιακά αποκαλούν τους Ρομά «κατσίβελους». Το γιατί... ελάχιστοι πια το γνωρίζουν.

Η προέλευση της λέξης είναι από τη λατινική captivus (αιχμάλωτος, σκλάβος), που στα μεσαιωνικά λατινικά έγινε cattivello (σκλαβωμένος, δύστυχος). Το προφανές θα ήταν να πούμε πως οι λατινόφωνοι Βλάχοι έδωσαν από λύπηση αυτό το προσωνύμιο στους ρακένδυτους Τσιγγάνους όταν τους πρωτογνώρισαν. Αλλά υπάρχει και μια πιο ιστορική ερμηνεία: τους πρώτους αιώνες παρουσίας τους στα Βαλκάνια οι πολυπληθείς Τσιγγάνοι της Ρουμανίας ζούσαν υπό καθεστώς σκλαβιάς στη λατινόφωνη εκείνη χώρα. Οι Ελληνες Βλάχοι ανεβοκατέβαιναν, ως γνωστόν, τα Βαλκάνια για εμπορικές δοσοληψίες. Πιθανότατα λοιπόν τους γνώρισαν ως σκλάβους και «σκλάβους» τους ονόμασαν, στα λατινικά.



Τούρκοι και Ρομά
 
Μπορεί οι παραδόσεις μας να λένε ότι οι Τούρκοι χρησιμοποίησαν την «άστεγη φυλή» άλλοτε ως σιδεράδες του στρατού τους, άλλοτε ως απαγωγείς παιδιών για τα χαρέμια και άλλοτε ως κοινούς κατασκόπους, αλλά η μεταξύ τους σχέση δεν ήταν ποτέ σχέση εμπιστοσύνης. Ενδεικτικό είναι το ακόλουθο δημώδες ανέκδοτο που κυκλοφορεί από αιώνες στη γειτονική χώρα:

Πηγαίνει μια μέρα ο Γύφτος στο τζαμί. Κατά τύχη βρίσκει θέση μόνο δίπλα στον νταή του χωριού, τον Καρά Ρουστέμ. Οταν τελειώνει η λειτουργία και όλοι στρέφουν το κεφάλι δεξιά - κατά πώς κάνει ο ιμάμης -, ο Γύφτος το στρέφει αριστερά, προς τον Καρά Ρουστέμ. Βγαίνοντας από το τζαμί, κάποιος τον ρωτάει γιατί γύρισε το κεφάλι ανάστροφα. Τότε εκείνος του απαντά: «Ο Αλλάχ συγχωρεί, αλλά ο Καρά Ρουστέμ ποτέ!».



Το μυστικό του ατσαλιού

Μια ολότελα απίστευτη εξήγηση για τον ξεριζωμό των Τσιγγάνων από την Ινδία προέκυψε ως πιθανή πριν από 11 χρόνια, όταν διερευνούσαμε σε άρθρο μας «Το μυστήριο του δαμασκηνού σπαθιού». Εκεί σημειώναμε μεταξύ άλλων τα εξής:

Είναι εντυπωσιακό ότι το ατσάλι, το ισχυρότατο αυτό κράμα σιδήρου και άνθρακα, μας έδωσε το πρώτο δείγμα του σε ένα μαχαίρι που βρέθηκε στην Κύπρο, χρονολογούμενο περί το 1.200 π.Χ. Στα σίγουρα, πάντως, τα σπαθιά από ατσάλι τα πρωτοσυναντάμε ιστορικά στα χρόνια του Μεγάλου Αλεξάνδρου. Ο ίδιος ο Αριστοτέλης είχε εξυμνήσει τις αρετές των εγχειριδίων της Ανατολής και μας είναι γνωστό ότι ο Αλέξανδρος είχε δώσει εντολή να κατάσχεται κάθε μεταλλείο και μεταλλουργείο που βρισκόταν στα εδάφη που κατακτούσε. Οταν ο ινδός βασιλιάς Πώρος συνθηκολόγησε μαζί του, του χάρισε τριάντα λίβρες από το καλύτερο ινδικό ατσάλι και ένα σπαθί.

Η απορία είναι γιατί οι Μακεδόνες - και οι Ρωμαίοι που τους διαδέχθηκαν - δεν επωφελήθηκαν από την τεχνογνωσία σφυρηλάτησης ομογενούς ατσαλιού των χωρών που γνώρισαν. Η απάντηση των επιστημόνων μεταλλουργών ήταν ότι τα χυτήρια των Ευρωπαίων, από την Αρχαιότητα ως και τον Μεσαίωνα, έφθαναν ως τους 1.200 βαθμούς Κελσίου και όχι στους 1.500 που χρειαζόταν αυτή η κατεργασία. Ηταν άγνωστο πώς οι ινδοί μεταλλουργοί το κατάφερναν και... σίγουρα κράτησαν καλά το μυστικό τους.

Το 1999 μια νέα αρχαιολογική ανακάλυψη έριξε φως στο μυστήριο αφήνοντας περιθώριο για νέες εικασίες ως προς τον ρου της Ιστορίας: στα ερείπια της πόλης Γκιαούρ Καλά του Τουρκμενιστάν βρέθηκαν τρία καμίνια του 1.000 μ.Χ., με πήλινο φούρνο, τροφοδοτούμενο με αέρα από κάτω, που όντως μπορούσε να φθάσει τους 1.500 βαθμούς. Ο υπεύθυνος των ανασκαφών δρ Ντάφιντ Γκρίφιθς, του Πανεπιστημιακού Κολεγίου του Λονδίνου, δήλωσε ότι πρόκειται για την πιο εξεζητημένη μεταλλουργική τεχνολογία που έχει ανασκαφεί ποτέ. Ποια είναι όμως η Γκιαούρ Καλά και γιατί βρέθηκε εκεί αυτή η τεχνογνωσία; Οπως υποψιάζεται κανείς από το όνομα, πρόκειται για ελληνιστική πόλη: ήταν η πρωτεύουσα της Βακτριανής, Σογδιανής, Μαργιανής και μετέπειτα Σελεύκειας.

Το αν οι κατοπινοί κατακτητές της υπήρξαν κοινωνοί του μυστικού του ατσαλιού δεν μας είναι ιστορικά γνωστό. Πάντως, ως την πρόσφατη ιστορική εποχή η εθνική ημέρα των Τούρκων περιελάμβανε το άναμμα ενός καμινιού, εις μνήμην της πηγής της δύναμής τους. Το 626 μ.Χ. κατηφόρισαν προς τα εδάφη των Αράβων, πολέμησαν άγρια μαζί τους για 90 χρόνια και έπειτα προσχώρησαν στη μουσουλμανική κυριαρχία του χαλιφάτου της Δαμασκού. Σύντομα βρέθηκαν να κυριαρχούν στον στρατό του χαλίφη και γύρω στο 1000 μ.Χ. κατέλαβαν επ' ονόματί του το Ινδουστάν.

Στα χρόνια της τουρκικής κατάκτησης της Ινδίας σημειώθηκε και η πρώτη ερήμωση των εκεί μεταλλείων σιδήρου. Οι εργάτες τους υποχρεώθηκαν να ακολουθήσουν τον τουρκικό στρατό και η φυλή-παρίας των μεταλλωρύχων της Χαϊντεραμπάντ απογυμνώθηκε από όσους γνώριζαν το μυστικό κατεργασίας του ατσαλιού. Να έχει αυτό άμεση σχέση με την παλιά μας αντίληψη για τον «σιδερά γύφτο» που υπηρετούσε τα οθωμανικά ασκέρια στα Βαλκάνια;

Μια ένδειξη για τέτοια σχέση μάς έδωσε η λεπτομερής περιγραφή των σιδεράδων γύφτων της Μεθώνης από τον Arnold von Harff το 1499: σημείωσε γεμάτος απορία ότι χύτευαν το σίδερο σε «χωνευτά καμίνια», σκαμμένα κάτω από τα πόδια τους, στο χώμα. Εκείνο που δεν γνώριζε ο γερμανός περιηγητής ήταν ότι μια τέτοια διάταξη λειτουργούσε σαν... χύτρα ταχύτητας που ανέβαζε πολύ υψηλά τη θερμοκρασία. Οι σημερινοί μερακλήδες μεταλλουργοί που επιχειρούν να φτιάξουν ατσάλινα σπαθιά με την παραδοσιακή «δαμασκηνή μέθοδο» καταφεύγουν ακριβώς στο ίδιο κόλπο.    

Τέλος, τώρα μαθαίνουμε ότι στα γειτονικά μας Σκόπια μια φυλή Τσιγγάνων λέγεται «Κοβάτσια», που στην ινδική διάλεκτο του Πουντζάμπ σημαίνει «Σιδηρουργοί». Μια άλλη ονομάζεται «Μπαρουτσιέ», δηλαδή «Πυριτιδοκατασκευαστές», και μια τρίτη «Τοπχανσά», δηλαδή «Χυτευτές κανονιών». Είναι οι φυλές των Τουρκόγυφτων, που, σύμφωνα με τη στρατιωτική ιστορία της Οθωμανικής Αυτοκρατορίας, παρείχαν τέτοιου είδους υπηρεσίες στον Σουλτάνο ως το 1912. Αν μη τι άλλο, στον τομέα των όπλων ο ξεριζωμένος αυτός λαός «μορφώθηκε» περνώντας από τα σπαθιά στα κανόνια. 



 
 
 
EXTRA ΕΝΗΜΕΡΩΜΕΝΟ ΑΡΘΡΟ TOY 2020 ΑΠΟ ΤΟ ΠΡΩΤΟ ΘΕΜΑ:

 

 
 

Ιστορικά στοιχεία για τους Ρομά – Οι διώξεις τους κατά τα μεσαιωνικά χρόνια – Γιατί οι Ρομά δεν έχουν καμία σχέση με τους «Αθίγγανους» του Βυζαντίου; – Το DNA των Ελλήνων Ρομά – Τι αποκαλύπτει;

Με το θέμα των Ρομά έχουμε ασχοληθεί τουλάχιστον άλλες τέσσερις φορές σε άρθρα μας στο protothema.gr. Οπότε πολλές και πολλοί ίσως αναρωτηθούν τι εξυπηρετεί ένα ακόμα άρθρο για τη συγκεκριμένη φυλή. Οι λόγοι, θεωρούμε, ότι είναι αρκετοί. Πρώτος και βασικότερος είναι ότι έφτασε στα χέρια μας ένα εξαντλημένο και κυριολεκτικά εξαφανισμένο βιβλίο με πολύ ενδιαφέροντα στοιχεία. Πρόκειται για το βιβλίο του αείμνηστου καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων Κώστα Κόμη (1953 – 2020), «ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ. Ιστορία, Δημογραφία, Πολιτισμός» (ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 1998). Το γεγονός ότι αυτό το βιβλίο βρίσκεται στα χέρια μας οφείλεται στον επίκουρο καθηγητή του Πανεπιστημίου Ιωαννίνων στον ΤΟΜΕΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΝΕΟΤΕΡΩΝ ΧΡΟΝΩΝ (ΤΜΗΜΑ ΙΣΤΟΡΙΑΣ ΚΑΙ ΑΡΧΑΙΟΛΟΓΙΑΣ ΠΑΝΕΠΙΣΤΗΜΙΟΥ ΙΩΑΝΝΙΝΩΝ), κύριο Νίκο Αναστασόπουλο, τον οποίο ευχαριστούμε θερμά κι από εδώ. Ένας άλλος λόγος είναι η ανακάλυψη στοιχείων που δείχνουν ότι ο όρος «Αθίγγανοι», που χρησιμοποιείται και στις μέρες μας, ακόμα και σε επίσημα έγγραφα, για τους Ρομά, είναι λανθασμένος. Οι Αθίγγανοι ήταν αιρετικοί στο Βυζάντιο, που εμφανίστηκαν πολύ πριν τους Τσιγγάνους σ’ αυτό. Ο τελευταίος λόγος είναι η παρουσίαση στοιχείων για το DNA των Ελλήνων Ρομά από τον καθηγητή Κωνσταντίνο Τριανταφυλλίδη, που αποδεικνύει ότι σε μεγάλο βαθμό οι Έλληνες Ρομά έχουν σε πολύ μεγάλο ποσοστό παραμείνει αναλλοίωτοι, καθώς δεν έχουν έρθει σε επιμειξίες με άλλους πληθυσμούς. Αυτό ίσως εξηγεί και γιατί η συμπεριφορά τους, οι συνήθειες τους, η ζωή τους ολόκληρη ,έχουν ελάχιστες διαφοροποιήσεις μέσα στο πέρασμα πολλών αιώνων.

Η ιστορία των Ρομά (Τσιγγάνων)

Όπως έχουμε αναφέρει και σε παλαιότερα άρθρα μας, τη λύση για την καταγωγή των τσιγγάνων έδωσε η γλωσσολογία, καθώς η γλώσσα που μιλάνε (romani) έχει στενή σχέση με γλώσσες που μιλιούνται στη ΒΔ Ινδία. Στην περιοχή αυτή υπάρχουν λαοί με χαρακτηριστικά ανάλογα με τους Ρομά ,από την ανάμειξη και τις επιγαμίες των οποίων σε μια απώτερη εποχή φαίνεται ότι προήλθαν οι τσιγγάνοι. Όπως φαίνεται, οι Ρομά έφτασαν στην Αρμενία μέσω Περσίας (τέλη 9ου μ. Χ. αι.). Εκεί παρέμειναν για αρκετά μεγάλο χρονικό διάστημα για να εξαπλωθούν στη συνέχεια στα βυζαντινά εδάφη. Ο βασικός λόγος της μετακίνησής τους αυτής, καθώς στις βυζαντινές πήγες μνημονεύονται για πρώτη φορά στις αρχές του 11ου αιώνα, φαίνεται ότι ήταν οι επιθέσεις των Σελτζούκων Τούρκων στην Αρμενία, που προκάλεσαν σοβαρές πληθυσμιακές μετακινήσεις.

Η πρώτη μνεία για παρουσία τσιγγάνων στα βυζαντινά εδάφη υπάρχει σ’ ένα γεωργιανό αγιολογικό κείμενο:«Η ζωή του Αγίου Γεωργίου του Αθωνίτη (1009 – 1065)», το οποίο γράφτηκε το 1068 στη μονή Ιβήρων του Αγίου Όρους. Σ’ αυτό αναφέρεται ότι ο αυτοκράτορας Κωνσταντίνος ο Μονομάχος (1042 – 1055) χρησιμοποίησε το 1050 τους «Adsincani», «Erat nembe gens Samaritanorum, e stirpe Simonis magi, qui Adsincani vocitabantur, divinatione ac maleficis famosi», δηλ.«σαρματικό λαό, απογόνους του Σίμωνα του Μάγου, γνωστούς μάγους και κακόβουλους ανθρώπους», για να αντιμετωπίσει τα άγρια θηρία που είχαν εισχωρήσει στο αυτοκρατορικό πάρκο της Κωνσταντινούπολης. Οι «Adsincani» τοποθέτησαν σε διάφορα σημεία του πάρκου κρέας που είχε «μαγικές ιδιότητες»(επρόκειτο φυσικά για κρέας με δηλητήριο) εξολοθρεύοντας τα άγρια θηρία.

Να σημειώσουμε εδώ ότι ο Σίμων ο Μάγος είναι ένα άκρως ενδιαφέρον πρόσωπο, που έζησε κατά τον 1ομ. Χ. αιώνα και ηγήθηκε μιας γνωστικίζουσας ομάδας, τα μέλη της οποίας ονομάστηκαν στη συνέχεια Σιμωνιανοί. Ήταν ένας από τους Γέτες της Σαρματίας και ασχολήθηκε με τη μαγεία, ενώ η προσπάθειά του να εξαγοράσει με χρήματα τη χάρη επίκλησης του Αγίου Πνεύματος δημιούργησε τον όρο «σιμωνία».
roma__7_

Επανερχόμαστε τώρα στους «Adsincani», που όπως είναι φανερό είναι οι γνωστοί μας τσιγγάνοι. Στη γλώσσα Romani δεν υπάρχουν οι λέξεις τσιγγάνοι, γύφτοι, Αιγύπτιοι και αυτό δημιούργησε προβληματισμούς και έγινε αντικείμενο έρευνας. Πιθανότατα η λέξη τσιγγάνοι αποτελεί παραφθορά του «Αθίγγανοι», αιρετικών που είχαν εμφανιστεί μερικούς αιώνες νωρίτερα, αλλά όπως θα δούμε δεν είχαν καμία σχέση με τους Ρομά.

Σε μεταγενέστερα αγιολογικά και φιλολογικά έργα συναντάμε τον όρο τσιγγάνοι όσο και τον όρο «αιγυπτίσσας»(Αιγύπτιος απ’ όπου προήλθε και η λέξη, με μειωτικό χαρακτήρα, γύφτος). Στα ίδια κείμενα υπάρχει ο όρος Κατζίβελος η Κατσίβελος, που ετυμολογείται είτε από την ιταλική λέξη cattivelo, υποκοριστικό της λ. cattivo=κακός, άθλιος, η οποία με τη σειρά της προέρχεται από το λατινικό captivus, -ellus, είτε από το αρωμουνικό (βλάχικο) και ρουμανικό cacivel=τσιγγάνος με την ίδια απώτερη λατινική προέλευση.

Σχετικά με το «Αιγύπτιος» ο Κώστας Κόμης τη χαρακτηρίζει ψευδοεθνικό, το οποίο ουσιαστικά δημιούργησαν οι ίδιοι οι Ρομά ισχυριζόμενοι ότι προέρχονται από τη «Μικρή Αίγυπτο», η οποία ήταν μια φανταστική χώρα.

Άλλοι όμως συγγραφείς και λόγιοι, όπως ο Αδαμάντιος Κοραής στα «Άτακτα», θεωρούν ότι μέρος των τσιγγάνων ήρθαν στην Ευρώπη μέσω της Αιγύπτου και άλλοι πέρασαν στα βυζαντινά εδάφη μέσω της Κιλικίας, που ονομαζόταν τότε, λόγω του ότι ήταν πολύ εύφορη, Μικρά Αίγυπτος. Παράλληλα, στα κείμενα αυτά μνημονεύονται και επαγγέλματα των τσιγγάνων της εποχής: μάντεις και μάγοι, εκτροφείς αρκούδων (αρκτοτρόφοι), γητευτές φιδιών, ακροβάτες και κοσκινοποιοί. Στα ίδια κείμενα οι τσιγγάνοι στιγματίζονται με διάφορους υβριστικούς χαρακτηρισμούς. Στην «Παιδιόφραστον διήγησιν», η αρκούδα χαρακτηρίζεται «παίγνιον τον μωροτσιγγάνων». Στον «Πουλολόγο»(14ος αι.) γίνεται αναφορά στον γλάρο ως «ατζίγγανε μαυρότεχνε», χλευάζοντας τον πλάνητα βίο των τσιγγάνων.

Στην «Επιδημία Μάζαρι εν Άιδου», γίνεται αναφορά στους τσιγγάνους: «άλλοι το αιτείν ενίων και φορτικόν και ιταμόν και κίβδηλον και διεστραμμένον και περί μαγγανείας και μαγείας και κλεψίας συνδιαιτώμενον και πολιτευόμενον έμαθον».

Χαρακτηρίζονται δηλαδή ζητιάνοι, θρασείς, κλέφτες, ψεύτες και μάγοι. Να σημειώσουμε ότι το κείμενο αυτό γράφτηκε το 1415. Στα κείμενα που γίνεται αναφορά στους τσιγγάνους υπάρχουν και οι ποινές που επιβάλλει η Εκκλησία σε όσους από τους αυτόχθονες διατηρούν σχέσεις με αυτούς ή παίρνουν μέρος σε πράξεις μαγείας. Σχετικά είναι όσα γράφει ο Σ.Τρωιάνος στο «Η θέση των μάγων στη βυζαντινή κοινωνία»(Πρακτικά Ημερίδας «Οι Περιθωριακοί στο Βυζάντιο», Αθήνα 1993).
roma__8_

Οι Ρομά στην Ελλάδα

Σταδιακά, οι Ρομά άρχισαν να επεκτείνονται στη Θράκη, στα Βαλκάνια και στις νοτιοανατολικές περιοχές της Ελλάδας. Σύμφωνα με τον Κ. Κόμη, από πηγή του 1323 (και όχι του 1322 όπως αναφέρεται συχνά), υπήρχαν μέλη της φυλής «Ham» έξω από τον Χάνδακα (Ηράκλειο).

Ζούσαν σε μικρές μαύρες σκηνές όπως οι Άραβες και γύριζαν ολόκληρη την Κρήτη. Πρόκειται βέβαια για Ρομά. Το ερώτημα είναι από πού μετακινήθηκαν και έφτασαν στην Κρήτη. Πολύ δύσκολο φαίνεται να βρέθηκαν στη Μεγαλόνησο από την Κωνσταντινούπολη ή τη Μικρά Ασία. Το πιθανότερο, είναι να ταξίδεψαν στο Ηράκλειο από την Αίγυπτο ή την ευρύτερη περιοχή της Μέσης Ανατολής, συνεπώς ο Αδαμάντιος Κοραής και όσοι άλλοι θεωρούν ότι οι τσιγγάνοι έφτασαν στην Ευρώπη και μέσω Αιγύπτου, έχουν δίκιο.

Το 1381, αναφέρεται η ύπαρξη του Feudum Acinganorum, στο οποίο περιλαμβάνονταν γαίες της Κέρκυρας και των απέναντι ακτών της Ηπείρου. Στο φέουδο, ήταν εγκατεστημένοι τσιγγάνοι δουλοπάροικοι, ενώ στα έγγραφα που διασώθηκαν υπάρχουν λεπτομέρειες για τη νομική υπόσταση και τις υποχρεώσεις των τσιγγάνων, καθώς και για τους φεουδάρχες. Από πού όμως κατάγονταν όμως αυτοί οι τσιγγάνοι; Έχει υποστηριχθεί ότι προέρχονταν από την ενδοχώρα της Ηπείρου, ωστόσο έχει αμφισβητηθεί η ταύτισή τους με τους «βαγενίτες» (hominess vageniti), φτωχούς Ηπειρώτες που έφταναν εκείνη την εποχή στην Κέρκυρα από την «άπειρο χώρα». Πού βρισκόταν όμως η Βαγενετία; Με το όνομα αυτό, ήταν γνωστή μετά τον 7ο αιώνα η Θεσπρωτία.

Σε παλαιότερο άρθρο μας, για την πολιορκία της Θεσσαλονίκης από τους Σλάβους, η οποία περιγράφεται στα «θαύματα του Αγίου Δημητρίου», αναφέρονται, ανάμεσα στις άλλες σλαβικές φυλές που πολιόρκησαν τη νύμφη του Θερμαϊκού και οι Βαϊουνίτες, οι οποίοι εγκατέλειψαν την περιοχή της Θεσσαλονίκης και εγκαταστάθηκαν στη Θεσπρωτία.
roma__9_

Το 1384, αναφέρεται για πρώτη φορά η ύπαρξη τσιγγάνων έξω από τα τείχη της Μεθώνης: ο Lionardo di Niccolo Frescobaldi, τους ονομάζει «Ramniti», ενώ οι περιγραφές που αντλούνται και προέρχονται από νεότερους περιηγητές, πιστοποιούν ότι πρόκειται για τσιγγάνους. Η Μεθώνη ήταν κομβικό σημείο του ταξιδιού Ιταλία-Άγιοι Τόποι, εκείνη την εποχή.

Περιηγητικά κείμενα του τέλους του 15ου αιώνα, μας πληροφορούν ότι οι κάτοικοι του καταυλισμού ήταν σιδηρουργοί και αναφέρουν ως τόπο καταγωγής τους την «Gyppe, χώρα απέχουσα περίπου 40 μίλια από τη Μεθώνη». Η κοινότητα έφτασε στη μέγιστη ακμή της γύρω στο 1485, οπότε οι τσιγγάνικες καλύβες ήταν περίπου 300.

Με την έλευση των Οθωμανών όμως, οι καλύβες μειώθηκαν αισθητά και το 1519 ήταν μόλις 30. Στην «Επιδημία Μάζαρι εν Άιδου», στην οποία αναφερθήκαμε και παραπάνω και γράφτηκε γύρω στο 1415, στους κατοίκους της Πελοποννήσου, υπάρχουν και «Αιγύπτιοι». Το 1444, οι τσιγγάνοι αποτελούσαν ειδικό στρατιωτικό σώμα («δρούγγα») στο Ναύπλιο, με δρουγγάριο τον Johannes Cinganus. Το 1518, τσιγγάνοι εντοπίζονται και στη Ζάκυνθο, ασκώντας το επάγγελμα του σιδηρουργού.
roma__2_

Οι Ρομά στην Ευρώπη

Από τα μέσα του 14ου αιώνα, οι τσιγγάνοι, άρχισαν να εγκαθίστανται στην υπόλοιπη Ευρώπη. Το 1348 στη Σερβία, το 1362 στη Ραγούζα (Ντουμπρόβνικ). Να σημειώσουμε εδώ, ότι το Ντουμπρόβνικ ιδρύθηκε το 615 π.Χ. από Έλληνες από την Πελοπόννησο με το όνομα Επίδαυρος και φυσιολογικό είναι να ανακαλυφθεί στην ευρύτερη περιοχή το κράνος ενός αρχαίου Έλληνα, Πελοποννήσιου μάλιστα, όπως γράψαμε και σε σχόλιό μας στο σχετικό άρθρο του protothema.gr

Επανερχόμενοι στους τσιγγάνους, το 1370 εγκαταστάθηκαν στη Βλαχία, το 1378 στο Ζάγκρεμπ και το 1418 στην Ουγγαρία και την Ελβετία και το 1422 στην Μπολόνια, την οποία αναγκάστηκαν να εγκαταλείψουν λόγω διώξεων από την Καθολική Εκκλησία. Το 1425, πέρασαν τα Πυρηναία και εγκαταστάθηκαν στην Ισπανία. Στις αρχές του 16ου αιώνα, εμφανίζονται στη Ρωσία και τη Σκωτία, ενώ ως τα μέσα του ίδιου αιώνα, εξαπλώθηκαν στις σκανδιναβικές χώρες. Στο μεσοδιάστημα έφτασαν και στη Βόρεια Αφρική. Στη Γαλλία, εμφανίστηκαν το 1419. Το 1427, παρουσιάστηκαν ενώπιον των αρχών, στην Porte d’ Orleans του Παρισιού 120 Ρομά, οι επικεφαλής των οποίων συστήθηκαν ως «λόρδος Πανουέλ», Δούκας της «Μικρής Αιγύπτου» και Θωμάς, Κόμης της ίδιας, φανταστικής χώρας. Κάτι ανάλογο συνέβηκε όπως αναφέρουν οι πηγές και σε άλλες χώρες.
roma__3_

Οι διώξεις των Ρομά

Η επιφυλακτικότητα, η καχυποψία και η περιέργεια με την οποία αντιμετωπίστηκαν αρχικά οι τσιγγάνοι, σύντομα έδωσαν τη θέση τους σε επιθετικότητα και διωκτική μανία. Τις περισσότερες πληροφορίες για το θέμα, μας δίνει ο J-P. Liegois. Ποινές όπως η εξορία, η φυλάκιση, το κόψιμο των μαλλιών (κουρά), το μαστίγωμα, η κοπή αφτιών, ακόμα και η θανατική καταδίκη, ήταν συνηθισμένες ποινές για τους τσιγγάνους, που αρνούνταν να εγκαταλείψουν τις συνήθειες και τον πολιτισμό τους. Δύο ακόμα ποινές, ήταν η μεταφορά τους στις γαλέρες, όπου εκτελούσαν χρέη κωπηλατών και η μεταφορά τους σε αποικίες (Αμερική-Αφρική), όπου εκχέρσωναν ή αποξήραιναν περιοχές προς εκμετάλλευση. Οι Αρχές σε ορισμένες χώρες, όπως η Γαλλία και η Ισπανία, προέτρεπαν τους πολίτες να συμμετέχουν στη δίωξη των τσιγγάνων με τη χρήση όπλων, ενώ έφταναν στο σημείο ακόμα και να μην τιμωρούν δολοφόνους τσιγγάνων!

Βέβαια, η μεγάλη γενοκτονία των τσιγγάνων έγινε από τους ναζί κατά τον Β’ Παγκόσμιο Πόλεμο. Υπάρχουν διαφορετικές εκτιμήσεις όμως για το πόσοι Ρομά βρήκαν τον θάνατο. Οι αριθμοί ποικίλουν από 250.000 έως 600.000.

Η επικρατέστερη εκδοχή, είναι ότι περίπου 500.000 τσιγγάνοι βρήκαν τραγικό θάνατο από τους ναζί. Μόνο στην Κροατία, τα θύματα έφτασαν τις 28.000!
roma__10_

Αθίγγανοι και Ρομά

Τα τελευταία χρόνια, έχει επικρατήσει ως επίσημος όρος για τους τσιγγάνους, η λέξη Ρομά ή Ρομ. Η λέξη υπάρχει στα αγγλικά ως Rom, από το 1841 και προέρχεται, σε ετυμολογικό… βάθος, από τη σανσκριτική λέξη «dombah», άνδρας ταπεινής κάστας, που ζει, βιοπορίζεται, παίζοντας μουσική. Η λ. Romani, υπάρχει από το 1800, ενώ πολύ παλαιότερη, από το 1537, είναι η λ. gypsy (γύφτος).

Στη χώρα μας, ακόμα και σε επίσημα έγγραφα, χρησιμοποιείται εκτός από τη λ. Ρομά και η λ. Αθίγγανοι.

Τι σημαίνει όμως αθίγγανος; Άθικτος, ανέγγιχτος, ανέπαφος, είναι οι ερμηνείες της λέξης. Όμως είναι ιστορική ανακρίβεια η λέξη «Αθίγγανοι», να αναφέρεται στους Ρομά.

Μία από τις αιρέσεις που ταλάνισαν τον Χριστιανισμό κατά τους πρώτους αιώνες της ύπαρξής του, ήταν οι Θεοδοτιανοί, Ιδρυτής της αίρεσης, ήταν ο Θεόδοτος ο Σκυτεύς (τέλη 2ου αιώνα). Τη διδασκαλία του, επέκτειναν ο Θεόδοτος ο Τραπεζίτης και ο Αρτέμων ή Αρτεμάς. Μάλιστα, ο Θεόδοτος ο Τραπεζίτης, αναγνώριζε τον Χριστό ως δύναμη, ανώτερη δύναμη της οποίας θεωρούσε τον Μελχισεδέκ.

Ισχυριζόταν δε, ότι ο Χριστός ήταν πλασμένος κατ’ εικόνα του Μελχισεδέκ. Έτσι, οι Θεοδοτιανοί, ονομάστηκαν και Μελχισεδεκίτες ή Μελχισεδεκιανοί. Ο πρεσβύτερος της Μεγάλης Εκκλησίας Τιμόθεος, στο έργο του «Περί των προσερχομένων τη Αγία Εκκλησία» (τελευταίο τέταρτο του 6ου αιώνα), κάνει για πρώτη φορά αναφορά στη λ. «Αθίγγανοι».
roma__12_

«Μελχισεδεκίται ή (Μελχισεδεκιανοί) εισίν, οι νυν προσαγορευόμενοι Αθίγγανοι».

Πώς όμως ο όρος Αθίγγανοι, χρησιμοποιήθηκε για τους τσιγγάνος, καθώς αυτοί έφτασαν στο Βυζάντιο τουλάχιστον 300 χρόνια μετά την πρώτη μνεία της λέξης αθίγγανοι;Αυτό οφείλεται στο ότι και οι μεν και οι δε ασχολούνταν με μαντείες και μαγείες και έτσι στη συνείδηση όσων έζησαν τον 10ο ή τον 11ο αιώνα, αλλά και των μεταγενέστερων ταυτίστηκαν, καθώς δεν εύρισκαν σαφείς και ευδιάκριτες διαφορές μεταξύ τους. Επομένως, οι… πραγματικοί Αθίγγανοι, οι οποίοι συνήθιζαν να λένε στους υπόλοιπους:

«Μη μου άπτου, καθαρός γαρ ειμί» (Μεθόδιος, «Περί Αθιγγάνων»), δεν είχαν καμία απολύτως σχέση με τους γνωστούς μας σήμερα Αθίγγανους, οι οποίοι «πήραν» ένα όνομα, τελείως άσχετο με αυτούς.
roma__1_

Το DNA των Ρομά της Ελλάδας

Στη χώρα μας ζουν σήμερα περίπου 120.000-150.000 Ρομά. Κάποιοι ανεβάζουν τον αριθμό τους σε 200.000.

Όπως γράφει ο καθηγητής Κων/νος Τριανταφυλλίδης στο βιβλίο του «Η ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ», «η κατανομή των γονιδιακών συχνοτήτων στους Έλληνες Αθίγγανους δείχνει παρόμοια κατανομή με την αντίστοιχη κατανομή των σημερινών κατοίκων της επαρχίας Παντζάμπ της Ινδίας» και στη συνέχεια: «Επιπλέον οι παραλλαγές DNA του πληθυσμού των ROMA, έδειξαν μεγαλύτερη συγγένεια (85,2%) με τους Ινδούς, παρά με τους υπόλοιπους Έλληνες».

Ωστόσο, υπάρχει μία γονιδιακή ροή από μη- Ρομά σε πληθυσμιακές ομάδες Ρομά, σε ποσοστό 30%, ενώ η αντίθετη γονιδιακή ροή, από Ρομά σε μη-Ρομά, είναι μικρότερη: 4,6% από την πλευρά του πατέρα (πατροπλευρική) και 6,2%, από την πλευρά της μητέρας (μητροπλευρική).
roma__13_

«Επιπλέον, όλοι οι Ευρωπαϊκοί υποπληθυσμοί Roma, παρουσιάζουν χαμηλότερη γενετική ποικιλομορφία και σημαντικά μεγαλύτερη γενετική ετερογένεια σε σχέση με τους μη-Ρομά τοπικούς ευρωπαϊκούς πληθυσμούς, λόγω γάμων ανάμεσα σε συγγενικά άτομα, του νομαδικού τρόπου ζωής και της κοινωνικής απομόνωσης από τους γειτονικούς τοπικούς πληθυσμούς», καταλήγει ο κύριος Τριανταφυλλίδης.

Ο κύριος Νικόλαος Αναστασόπουλος, είναι Επίκουρος Καθηγητής «Νεώτερης και Σύγχρονης Ελληνικής Ιστορίας, 19ος-20ος αιώνας» στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Τον ευχαριστούμε θερμά για την αποστολή του βιβλίου για τους Τσιγγάνους, του αείμνηστου Κων/νου Κόμη.
roma__14_

Ο Κωνσταντίνος Κόμης (1953-2020), ήταν Καθηγητής «Ιστορικής Δημογραφίας του Ελληνικού Χώρου», στο Πανεπιστήμιο Ιωαννίνων. Χαλκέντερος, ερευνητής αρχείων σε όλη σχεδόν την Ελλάδα και πολυγραφότατος. Αφιερώνουμε το άρθρο αυτό στη μνήμη του.

Πηγήες: Κώστας Κόμης: «ΤΣΙΓΓΑΝΟΙ: Ιστορία, Δημογραφία, Πολιτισμός», ΕΛΛΗΝΙΚΑ ΓΡΑΜΜΑΤΑ, 1998.

ΚΩΝΣΤΑΝΤΙΝΟΣ ΤΡΙΑΝΤΑΦΥΛΛΙΔΗΣ, «Η ΓΕΝΕΤΙΚΗ ΙΣΤΟΡΙΑ ΤΩΝ ΕΛΛΗΝΩΝ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΚΥΡΙΑΚΙΔΗΣ, 2020.

Ιωάννης Α. Παναγιωτόπουλος, «ΠΕΡΙ ΑΘΙΓΓΑΝΩΝ-ΠΟΛΙΤΙΚΗ ΚΑΙ ΘΡΗΣΚΕΙΑ ΣΤΗ ΒΥΖΑΝΤΙΝΗ ΑΥΤΟΚΡΑΤΟΡΙΑ», ΕΚΔΟΣΕΙΣ ΗΡΟΔΟΤΟΣ, 2008.
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 
 

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου