Τρίτη 3 Νοεμβρίου 2015

Παραδοσιακά επαγγέλματα ~ Γανωτής (Καλαϊτζής)


Τα περισσότερα σκεύη που χρησιμοποιούσαν οι άνθρωποι τα παλιά χρόνια για τις καθημερινές τους ανάγκες, και ιδίως στη μαγειρική, ήταν μπακιρένια (χάλκινα). Αυτά με τον καιρό και με την πολλή χρήση οξειδώνονταν και γίνονταν επικίνδυνα.

Γι' αυτό έπρεπε να γανωθούν, δηλαδή να περαστεί η επιφάνεια τους μ' ένα ειδικό μέταλλο, το καλάι (κασσίτερος) και να προστατευθεί έτσι από την επικίνδυνη οξείδωση, τη γανίλα. Η διαδικασία του γανώματος γινόταν από ειδικούς τεχνίτες, τους γανωτήδες. Λεγόντουσαν και «καλαϊτζήδες» από το καλάι (κασσίτερο) που χρησιμοποιούσαν.


Το επάγγελμα του γανωτή είναι από τα παλαιότερα επαγγέλματα. Πολλοί ιστορικοί το τοποθετούν στα χρόνια του Βυζαντίου. Δουλειά δύσκολη και υπεύθυνη, γιατί πολλές φορές έσωζε τους ανθρώπους και από το θάνατο που τον προκαλούσαν τα αγάνωτα σκεύη. Αυτοδίδακτοι οι περισσότεροι απ' αυτούς, μετέδιδαν την τέχνη τους από γενιά σε γενιά.

Υπήρχαν πολλοί γανωτήδες στην πατρίδα μας. Οι περισσότεροι ήταν πρόσφυγες, κυρίως τουρκόφωνοι.

Ήταν πλανόδιοι και γύριζαν τις γειτονιές και τα χωριά μ' ένα τσουβάλι στον ώμο, κατάμαυρο απ' την πολλή χρήση, όπου έβαζαν τα σκεύη που ήταν για γάνωμα. Τραχιά και δυνατή η φωνή τους, θα αντηχεί ακόμη στ' αυτιά όσων τους πρόλαβαν.

«Γανωωωτής! Μπακίρια γανώνωω! Γανωωωτής!».

Έφερναν οι νοικοκυρές τα μπακιρένια σκεύη τους που ήθελαν γάνωμα (τεντζερέδες, τηγάνια, κουταλοπήρουνα. ταψιά, μπρίκια, κ.ά.), άπλωνε ο γανωτής τα μαυρισμένα αττ' τη μουντζούρα χέρια του και γέμιζε το τσουβάλι. Ύστερα έπαιρνε το δρόμο της επιστροφής.
Ξαναγύριζε μετά από μια - δυο μέρες, για να επιστρέψει γανωμένα τα σκεύη.

Μερικοί απ' αυτούς είχαν μαζί τους τα απαραίτητα υλικά και εργαλεία και εξυπηρετούσαν τον κόσμο επί τόπου. Σ' αυτή την περίπτωση μετακινούνταν με κάποιο ζώο (άλογο ή γαϊδούρι) ή με κάρο, όπου μετέφεραν και τα σύνεργα τους. Η πληρωμή τους γινόταν σε είδος (σιτάρι, καλαμπόκι, αυγά).

Η διαδικασία του γανώματος ήταν πολύ δύσκολη δουλειά. Αφού συγκέντρωνε τα σκεύη ο γανωτής, σημείωνε & ένα πρόχειρο χαρτί το όνομα του νοικοκύρη και πόσα σκεύη πήρε.

Έπειτα τα μετέφερε στο χαλκωματάδικο, που ήταν συνήθως μια αποθήκη του σπιτιού του. Εκεί υπήρχαν όλα τα απαραίτητα υλικά και εργαλεία το καλάι (κασσίτερος), το σπίρτο (υδροχλωρικό οξύ), το νησιαντήρι (χλωριούχο αμμώνιο), το τσιμπίδι, με το οποίο κρατούσε ο γανωτής το χάλκωμα πάνω από τη φωτιά κι ο ταβάς, ένα μεγάλο ταψί, που μέσα έριχνε τα ψήγματα που περίσσευαν απ' το καλάι, για να τα ξαναχρησιμοποιήσει.

Σ' ένα σημείο υπήρχε μια φουφού.
Άναβε τη φωτιά και, μέχρι να πυρώσει, καθάριζε με ιδιαίτερη προσοχή τα σκεύη, ειδικά στα σημεία που ήταν σκουριασμένα και πρασινισμένα.

Ο καθαρισμός των σκευών γινόταν με πολλούς τρόπους. Τα πολύ παλιά χρόνια τα τρίβανε πρώτα με τομάρι (δέρμα) μοσχαρίσιο κι έπειτα ρίχνανε μέσα άμμο και νερό και τα τρίβανε με συρματόβουρτσα. για να καθαρίσει το χάλκωμα. Στα μεγάλα σκεύη (καζάνια, ταψιά κλπ.) έμπαινε με τα πόδια ο γανωτής και τα τρίβε με τριμμένη στουρναρόπετρα, για να φύγει η σκουριά.

Άλλοι γανωτήδες χρησιμοποιούσαν άλλες μεθόδους καθαρισμού. Ζέσταιναν νερό σ' ένα μεγάλο καζάνι, ρίχνανε μέσα στάχτη κι έβαζαν τα σκεύη να «βράσουν», μέχρι να φουσκώσει το χάλκωμα και να τους φύγει η βρωμιά. Έπειτα, για να καθαρίσουν ακόμη καλύτερα, σπάζανε πετροκάρβουνο και τα έτριβαν μ' αυτό.

Αργότερα η διαδικασία καθαρισμού των χαλκωμάτων άρχισε να γίνεται με άλλους τρόπους, πιο αποτελεσματικούς.

Αλείφανε την εσωτερική επιφάνεια του σκεύους με σπίρτο (κεζάπι) κι έπειτα το έτριβαν με άμμο ή κουρασάνι (τριμμένο κεραμίδι).

Αφού τελείωναν με τα προκαταρκτικά, πύρωναν τη φωτιά με το φυσερό (μοχάνι) και θέρμαιναν το σκεύος, κρατώντας το με την τσιμπίδα πάνω από τη φωτιά.
Αμέσως μετά έριχναν μέσα νησιαντήρι (χλωριούχο αμμώνιο), για να στρώσει καλύτερα το καλάι πάνω στο χάλκωμα. Το σκούπιζαν καλά και στη συνέχεια άπλωναν το λιωμένο καλάι σ' όλη την επιφάνεια του σκεύους με τη βοήθεια ενός χοντρού βαμβακερού υφάσματος.

Όσα ψήγματα περίσσευαν απ' το καλάι, τα μάζευαν στον ταβά, για να τα ξαναχρησιμοποιήσουν. Για να παγώσει γρηγορότερα το καλάι, έριχναν κρύο νερό.

Αν δεν ήταν ευχαριστημένοι απ' το αποτέλεσμα ή διαπίστωναν ότι κάποιο σημείο έμεινε αγάνωτο, το περνούσαν και δεύτερο χέρι. Και στο τέλος το σκούπιζαν μ' ένα καθαρό βαμβάκι, για να γυαλίσει.


Γανωμένο το σκεύος φαινόταν σαν καινούργιο. Όταν το 'παιρνε η νοικοκυρά, το 'πλενε με πίτουρα και νερό για να φύγουν οι βρωμιές που απόμειναν απ' το νησιαντήρι και ύστερα μαγείρευε.

Έτσι γινόταν το γάνωμα των σκευών μέχρι πριν λίγα χρόνια.

Σήμερα δεν απόμειναν πλέον τέτοια σκεύη. Αντικαταστάθηκαν από ανοξείδωτα και εμαγιέ. Και όσα υπάρχουν, παίζουν διακοσμητικό ρόλο περισσότερο παρά χρηστικό.

Μόνο σε κάποια απομακρυσμένα χωριά χρησιμοποιούν ακόμη οι άνθρωποι τέτοια χαλκώματα.

Γί ' αυτό και δεν απόμειναν παρά ελάχιστοι γανωτήδες.


*Πηγή: Β. Σαρησάββας - Παραδοσιακά επαγγέλματα 
Περισσότερα παραδοσιακά επαγγέλματα στην κατηγορία "Παράδοση"











0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου