Κυριακή, 23 Απριλίου 2017

Πώς φτάσαμε από τον ιχθύ στο ψάρι


 


Οι αρχαίοι Αθηναίοι φημίζονταν για τη λιτότητά τους, οι Σπαρτιάτες για το μέλανα ζωμόν τους και οι Βοιωτοί για τη λαιμαργία τους.

Από την εποχή του Ομήρου, καθημερινή βασική τροφή ήταν η μάζα, αλεύρι από κριθάρι ζυμωμένο σε μικρά κομμάτια, ή ο άρτος, ψωμί από σιτάρι, που το έτρωγαν κυρίως στις γιορτές.

Κάθε στερεή τροφή που συνόδευε το ψωμί ονομαζόταν όψον, π.χ χόρτα, κρεμμύδια, ελιές, κρέας, ψάρια, φρούτα, γλυκίσματα.
Επίσης έτρωγαν κουκιά και φακές, που τα μαγείρευαν, συνήθως, σαν πουρέ (έτνος). Δεν έλειπαν βέβαια τα σκόρδα ή το τυρί, με τα οποία τρέφονταν και οι στρατιώτες. Το κρέας οι φτωχοί το έτρωγαν σπάνια, γιατί ήταν ακριβό. Εξαίρεση γινόταν με το χοιρινό, που ήταν φτηνό.

Οι εύποροι Αθηναίοι που είχαν τις επαύλεις τους στην ύπαιθρο, έτρωγαν συχνά πουλερικά, χοιρινό, κατσίκια, αρνιά και κυνήγι. Επειδή, πάντως, τα ψάρια συνόδευαν κυρίως το ψωμί στο όψον, σιγά-σιγά με την παραγωγική κατάληση -άριον, σχηματίστηκε η λέξη οψάριον στη σημασία του ψαριού.

Έτρωγαν όμως και άλλα θαλασσινά, όπως κοχύλια, μαλάκια, σουπιές, καλαμάρια ή και χέλια από τη λίμνη Κωπαΐδα. Έμποροι παστών (τάριχος) πουλούσαν ψάρια και κρέας διατηρημένα μέσα στη σαλαμούρα ή καπνιστά.

Μετά το γεύμα ή το δείπνο έτρωγαν και επιδόρπια (τραγήματα), όπως φρούτα -κυρίως σύκα- καρύδια, σταφύλια ή μέλι.

Κάτι ανάμεσα σε στερεή τροφή και ποτό ήταν ο κυκεών, ένα αρωματικό μείγμα από κριθαρόνερο, νερό βρασμένο με θυμάρι ή μέντα. Σπάνια έπιναν ανέρωτο κρασί (άκρατον οίνον), συνήθως το ανακάτευαν με νερό στον κρατήρα. Τα ποτά πάντως, δεν τα έπιναν στη διάρκεια του φαγητού, αλλά κατόπιν στο τέλος...

Πηγή: Λεξικό Ελληνικής Αρχαιογνωσίας (εκδόσεις επικαιρότητα)


Και μία συνταγή (ΑΠΟ ΤΟΝ ΓΙΑΝΝΗ ΛΕΜΟΝΗ)

Τσιπούρες του Αρχέστρατου (με σάλτσα φέτας)

Ο Αρχέστρατος σε ένα κείμενό του αναφέρει: «Αφού καλύψεις την τσιπούρα με τυρί και λάδι, την ψήνεις σε ζεστό φούρνο. Μετά φτιάχνεις ένα “θεϊκό” μείγμα με αλάτι, κύμινο και αγουρέλαιο και περιχύνεις το ψάρι». Όταν πρωτοδιάβασα τη συνταγή, προβληματίστηκα σχετικά με το τυρί. Κάποιος ξένος μελετητής έγραφε πως είχε δοκιμάσει γραβιέρα, κάτι που δεν μου άρεσε ούτε ως ιδέα. Ετσι, τόλμησα να βάλω στο μιξεράκι τυρί φέτα (200 γρ.), 3 - 4 κουτ. σούπας λάδι και λίγο νερό. Εγινε μια παχύρρευστη κρέμα.

Έβαλα 2 τσιπούρες σε ένα πυρίμαχο ταψάκι, τις περιέχυσα με την κρέμα και τις έβαλα στο φούρνο σε δυνατή φωτιά. Σε περίπου 40 λεπτά το τυρί είχε πάρει ένα υπέροχο χρυσαφένιο χρώμα και στις άκρες του ταψιού είχε ξεροψηθεί. Οσο για τα ψάρια, είχαν μείνει απίστευτα ζουμερά. Οταν τα περιέχυσα με αγουρέλαιο χτυπημένο με κύμινο και αλάτι, το αποτέλεσμα όντως ήταν θεϊκό.


2 σχόλια:

Ανώνυμος είπε...

Οι εύπορες σαπιοκοιλιές πάλι έτρωγαν καλά σε βάρος των φτωχών. Πάντως η κατ' οίκον οργάνωση της οικονομίας εξασφάλιζε μια αξιοπρέπεια και τις προϋποθέσεις μιας ευδαιμονίας, που οι αρχαίοι ήξεραν να τη χαίρονται με το παραπάνω, όταν αποσταμένοι απ' τα χωράφια γύριζαν στο σπίτι. Όσοι έχουν μεγαλώσει σε σπιτικά και οικογένειες στην ύπαιθρο, με κασόνι για το στάρι και βαρέλι για το κρασί, καταλαβαίνουν καλύτερα τι εννοώ.

Κρασοπατήρ είπε...

2500 χρόνια στην Ελλάδα λίγα έχουνε αλλάξει (όσον αφορά το πρώτο μέρος του σχολίου σου)

Δημοσίευση σχολίου