Καθισμένος σ' ένα χαμηλό σκαμνάκι ο καστανάς, περίμενε την πελατεία του σκαλίζοντας τη φωτιά Από τη μια η ζέστη που του έκαιγε τα χέρια και το πρόσωπο και από την άλλη το κρύο. Μόλις άρχιζαν να σκάζουν τα κάστανα, έπιανε τη μασιά (είδος τσιμπίδας) και τα γύριζε από την άλλη μεριά. Αφού ψήνονταν κι από την άλλη, τα απομάκρυνε από τη φουφού. Έπαιρνε ύστερα άλλα από το τσουβαλάκι, ρίχνοντας κατά διαστήματα κάρβουνα στη φωτιά, για να διατηρείται ζωντανή.
Περνούσε ο κόσμος, έβλεπε τα ψημένα κάστανα, τα λιμπίζονταν. Τον λίγωνε και η μυρωδιά κι έπαιρνε την απόφαση. Έπιανε τότε την τσιμπίδα ο καστανάς και γέμιζε το χωνάκι που είχε φτιάξει από παλιές εφημερίδες.
Τι όμορφα χρόνια! Θα τα θυμούνται με νοσταλγία οι παλιότεροι, βλέποντας το σήμερα. Θα θυμούνται τα μαθητικά τους χρόνια και τις αυλές των σχολείων γεμάτες όχι από γαριδάκια και πατατάκια, αλλά από καστανόφλουδες.
Ευτυχώς καστανάδες συναντάμε ακόμη στην πόλη μας. Συνήθως στην οδό Αγίας Σοφίας και Τσιμισκή.
Καθώς περνάς τον χειμώνα και τους βλέπεις, νιώθεις σαν να μην έχει αλλάξει τίποτα από το χθες. Μόνον η τιμή των ξεροψημένων κάστανων που «καίει» λιγάκι...
*Πηγή: Β. Σαρησάββας - Παραδοσιακά επαγγέλματα
Περισσότερα παραδοσιακά επαγγέλματα στην κατηγορία "Παράδοση"
0 σχόλια:
Δημοσίευση σχολίου