Πέμπτη, 18 Ιουλίου 2013

Μόνον διά του εξαναγκασμού


Δεν θυμάμαι ακριβώς αν ήταν για την απογραφή των συνταξιούχων του ΙΚΑ, το γεγονός, πάντως, ήταν ότι το αρμόδιο γραφείο δεχόταν το κοινό μόνον μεταξύ 11 π.μ. με 1 μ.μ., με αποτέλεσμα ηλικιωμένοι άνθρωποι να συνωστίζονται από νωρίς το πρωί, χωρίς να είναι βέβαιο αν θα τα καταφέρουν να διεκπεραιώσουν την υπόθεσή τους αυθημερόν.

Την αξιοθρήνητη κατάσταση κάλυπτε απευθείας ραδιοφωνική εκπομπή, οι παρουσιαστές της οποίας διεκτραγωδούσαν το μαρτύριο των συνταξιούχων, στηλίτευαν τον σαδισμό των...
-πάντα απροσδιόριστης ταυτότητας- υπευθύνων, ενώ συγχρόνως, όπως επιβάλλει η πολιτική ορθότης, διευκρίνιζαν κάθε τόσο ότι οπωσδήποτε δεν φταίνε οι υπάλληλοι...



Η κοινή λογική, πάντως, λέει ότι, αν κάποια πλευρά βολευόταν από την παράλογη ρύθμιση να διατίθενται μόνο οι δύο από τις οκτώ ώρες του ωραρίου στο κοινό, αυτή δεν ήταν η πλευρά των ατυχών συνταξιούχων, που σχημάτιζαν ουρά στις σκάλες δύο ορόφων και έφθαναν μέχρι την είσοδο του κτιρίου. Προφανώς, οι υπάλληλοι ήσαν οι ευνοημένοι, διότι άλλο πράγμα είναι να εργάζεσαι υπό το κράτος του εκνευρισμού και της πίεσης των απαιτήσεων του κόσμου και άλλο να κάνεις τη ρουτίνα σου χωρίς αδιάκριτα βλέμματα, μεταξύ οικείων προσώπων με τα οποία βράζεις στο ίδιο καζάνι. Δεδομένης μάλιστα της αδυναμίας του κράτους να πληρώνει υπερωρίες, αλλά και της αξιοθαύμαστης μέριμνας που επιδεικνύει ο συνδικαλισμός για την προάσπιση των χειρότερων του κλάδου, μπορώ να φαντασθώ ότι η ρύθμιση ίσως να ήταν προϊόν συνδικαλιστικής πίεσης. «Ασ’ τους, μωρέ, να στήνονται στην ουρά, αρκεί να μην τους έχουμε πάνω από το κεφάλι μας» ή κάπως έτσι. Δεν θα ήταν η πρώτη φορά που μια δημόσια υπηρεσία προτάσσει το δικό της συμφέρον, ούτε η πρώτη φορά που χρησιμοποιούσε την ταλαιπωρία του κοινού ως τεκμήριο της χρησιμότητάς της.

Είναι αυτονόητο, βέβαια, ότι ο παραπάνω συλλογισμός μου και οι υποθέσεις στις οποίες με οδηγεί δεν αποδεικνύουν σε καμία περίπτωση την ευθύνη των υπαλλήλων για την ταλαιπωρία των γερόντων. Η βασιμότητά του, όμως, δείχνει επίσης ότι δεν μπορεί να θεωρείται δεδομένη ούτε η απουσία της ευθύνης τους. Ομως, εδώ, στην ωραιότερη χώρα του κόσμου (για την οποία μάθαμε, προσφάτως, από το υπουργείο Τουρισμού, ότι είναι και η πλουσιότερη...), ποτέ δεν φταίνε οι υπάλληλοι. Είναι ζήτημα αρχής ότι, γενικώς, δεν φταίνε ποτέ οι πολλοί και φαινομενικά αδύναμοι - αυτό έχει πια εμπεδωθεί στην κουλτούρα μας. Η ευθύνη ανήκει πάντα σε κάποιον ισχυρότερο από εμάς, τον οποίο συνήθως προσδιορίζουμε με προσχηματικά κριτήρια, επειδή μέσω της επιλογής μας αυτής εκφράζεται ο κοινωνικός φθόνος. Φταίνε, λ. χ., οι βουλευτές που μας διόριζαν. Εμείς, που τους εκλιπαρούσαμε να μας διορίζουν και τους ψηφίζαμε γι’ αυτό, δεν φταίμε. Φταίνε επειδή μας διόριζαν, φταίνε επειδή δεν μας διορίζουν, φταίνε και επειδή τώρα ψηφίζουν την απόλυσή μας. Μέσα μας υποψιαζόμαστε ότι μπορεί να τους αδικούμε κάπως, φορτώνοντάς τους και τη δική μας ευθύνη· αλλά δεν πειράζει, γιατί αυτοί, στο κάτω κάτω, έχουν ακόμη καλούς μισθούς, προνόμια, γραφεία, αυτοκίνητα κ.λπ., ενώ εμείς δεν έχουμε.

Αυτή η νοοτροπία τους βολέματος και της ανευθυνότητας διέπει τη λειτουργία του Δημοσίου. Δείτε, λ.χ., πως οι δημοτικοί αστυνομικοί δεν επιθυμούν την απορρόφησή τους από την κανονική Αστυνομία, διότι προφανώς οι συνθήκες εργασίας στα νέα καθήκοντά τους δεν θα είναι το ίδιο βολικές όσο και προηγουμένως, αλλά και πως το ανώτατο συνδικαλιστικό όργανο των αστυνομικών, η πανελλήνια ομοσπονδία τους, με μια μνημειώδους ασάφειας ανακοίνωσή της, αντιδρά στην απορρόφηση των δημοτικών αστυνομικών από την ΕΛ.ΑΣ.! Γιατί; Επειδή, ας μου επιτραπεί να υποθέσω, αυτό θα συνεπάγεται λιγότερες θέσεις γραφείου για όσους υπηρετούν σήμερα στην Αστυνομία. Γι’ αυτό, οι συνδικαλιστές θα προτιμούσαν μάλλον αυξήσεις και περισσότερες προσλήψεις -αν και, μέρες που είναι, ντρέπονται να το διατυπώσουν ευθέως στην ανακοίνωση. Ούτε οι δημοτικοί αστυνομικοί ούτε οι κανονικοί διαπραγματεύονται με πρόθεση την παραγωγική συνεργασία, επί τη βάσει των δεδομένων της πραγματικότητας. Προτάσσουν το συμφέρον τους εναντίον των υπολοίπων και ελπίζουν ότι θα επικρατήσει.

Εχει απόλυτο δίκιο, λοιπόν, ο γενικός επιθεωρητής Δημόσιας Διοίκησης Λέανδρος Ρακιντζής, όταν επισημαίνει, στην «Κ» της περασμένης Τρίτης, ότι η νοοτροπία δεν αλλάζει από τη μια στιγμή στην άλλη και ότι «μόνον διά του εξαναγκασμού μπορούν να γίνουν κάποια πράγματα». Γι’ αυτά τα «κάποια πράγματα» όμως, από κάπου πρέπει επιτέλους να γίνει η αρχή· κι ας γίνει άτσαλα και με σφάλματα, αυτά μπορούν να διορθωθούν στην πορεία εφόσον η διαδικασία της ανασυγκρότησης του Δημοσίου πάρει μπρος. Εδώ και τρία χρόνια τώρα, οι συζητήσεις, οι διαβουλεύσεις και οι σχεδιασμοί επί χάρτου λειτουργούν ως προσχήματα για την ακινησία. Είδαμε τον σεβαστό καθηγητή κ. Μανιτάκη με τις μεγάλες και ωραίες ιδέες και θαυμάσαμε την τρύπα που έκανε στο νερό. (Ας ευλογεί την τύχη του, που έφυγε προτού προλάβει να διαπραγματευθεί με την τρόικα...)

Είτε αρέσει είτε όχι, η αρχή έγινε από το υπουργείο Διοικητικής Μεταρρύθμισης και η κυβέρνηση συνολικά οφείλει να την ενισχύσει. Αν κολακεύει τον πρωθυπουργό να φαντάζεται τον εαυτό του ως μεταρρυθμιστή, δεν τον συμφέρει να επιτρέψει την υπονόμευση της προσπάθειας που ξεκίνησε. Το δυσκολότερο μέρος κάθε εγχειρήματος είναι πάντα η αρχή. Αν η κυβέρνηση υποχωρήσει, θα έχει χρεωθεί το κόστος της αποτυχίας, χωρίς να μπορεί να ελπίζει σε κανένα όφελος. Αν πείσει όμως ότι είναι αποφασισμένη να συνεχίσει, τότε πολλοί από εκείνους που σήμερα αντιτίθενται λυσσαλέα στην ανασυγκρότηση του Δημοσίου θα υποχρεωθούν να δεχθούν την πραγματικότητα και θα επιδιώξουν τον ευνοϊκότερο για τα συμφέροντά τους συμβιβασμό. Οι απογοητευτικές κινητοποιήσεις των ημερών κατά του πολυνομοσχεδίου έδειξαν, άλλωστε, ότι το αντιμεταρρυθμιστικό μένος έχει ξεθυμάνει. Αργά ή γρήγορα, στο τέλος η πραγματικότητα πάντοτε επιβάλλεται...

 Του Στέφανου Κασιμάτη / H Καθημερινή

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου