Κυριακή, 18 Σεπτεμβρίου 2011

Πώς η Γερμανία “θησαυρίζει” από την ελληνική κρίση


Τα μεγάλα “παράπλευρα οφέλη” για το γερμανικό δημόσιο, τους δανειολήπτες και τις εξαγωγικές επιχειρήσεις του ισχυρού εταίρου.

Το άτυπο συμβούλιο των ευρωπαίων υπουργών Οικονομικών της περασμένης Παρασκευής θύμισε σε πολλούς, όσον αφορά συνολικά την ευρωζώνη, τον χαρακτηρισμό που είχε αποδώσει κάποτε ο νυν αντιπρόεδρος της κυβέρνησης Θεόδωρος Πάγκαλος στη Γερμανία: “οικονομικός γίγαντας αλλά πολιτικός νάνος”...



Τα κράτη-μέλη της ευρωζώνης εξακολουθούν να πορεύονται με βάση το εθνικό συμφέρον -ακριβέστερα, με βάση κοντόφθαλμες πολιτικές σκοπιμότητες- και τη λογική του ελάχιστου κοινού παρονομαστή. Έτσι, την ώρα που οι ΗΠΑ δίνουν προτεραιότητα στη δημιουργία θέσεων εργασίας και τη διάσωση της ανάπτυξης της οικονομίας τους ή την ώρα που η κεντρική τράπεζα της Ελβετίας τυπώνει μαζικά χρήμα για να κρατήσει χαμηλά το φράγκο και να αποτρέψει την ύφεση, η Ευρώπη επιμένει στη συνταγή της λιτότητας και της δημοσιονομικής πειθαρχίας, ενώ η κεντρική της τράπεζα δεν χάνει ευκαιρία να δηλώσει ότι της είναι επαχθές το έργο της στήριξης των ομολόγων της ευρωπαϊκής περιφέρειας.


Παράπλευρα κέρδη

Το ίδιο αποδεικνύει και η στάση της Γερμανίας έναντι των περίφημων ευρωομολόγων. Η Άγκελα Μέρκελ απέρριψε για μία ακόμη φορά την επιλογή αυτή την περασμένη εβδομάδα, μολονότι πολλοί θεωρούν ότι θα αποτελούσε όχι μεν πανάκεια, αλλά σε κάθε περίπτωση πειστική απάντηση στην κρίση, και η Κομισιόν ετοιμάζεται να καταθέσει σχετικές προτάσεις. Η Γερμανία υποστηρίζει ότι τα ευρωομόλογα θα επέτρεπαν σε χώρες όπως η Ελλάδα να χαλαρώσουν τις προσπάθειες δημοσιονομικής εξυγίανσης, ενώ παράλληλα θα αύξαναν το κόστος δανεισμού των “συνετών” κρατών.

Οι άβολες αλήθειες

Το Βερολίνο ξεχνά όμως ορισμένες άβολες αλήθειες. Μία από αυτές είναι ότι η Γερμανία σήμερα, χάρη στην κρίση στην Ελλάδα και στις άλλες χώρες της ευρωπαϊκής περιφέρειας, έχει την πολυτέλεια να δανείζεται πάμφθηνα από τις αγορές, καθώς τα γερμανικά ομόλογα γίνονται ανάρπαστα. Σύμφωνα με στοιχεία που έχει συγκεντρώσει η “ΜτΚ”, το επιτόκιο των γερμανικών δεκαετών ομολόγων τον Σεπτέμβριο του 2008 βρισκόταν στο 4,10%. Έναν χρόνο αργότερα, τον Σεπτέμβριο του 2009, είχε υποχωρήσει στο 3,23%, το 2010 στο 2,20%, ενώ προ ολίγων εβδομάδων η Γερμανία δανείστηκε 5 δισ. ευρώ με επιτόκιο 1,71%! Με άλλα λόγια, η Γερμανία είδε το κόστος χρηματοδότησης των δικών της ελλειμμάτων να μειώνεται κατά 2,4 ποσοστιαίες μονάδες μέσα σε μία τριετία, καθώς η κρίση χρέους κάνει τα γερμανικά ομόλογα ανάρπαστα. Σε περίπτωση έκδοσης ευρωομολόγων, το κοινό κόστος δανεισμού εκτιμάται ότι θα διαμορφωνόταν στην περιοχή του 4%, όσο ήταν δηλαδή το επιτόκιο δανεισμού της Γερμανίας προ κρίσης.


“Ασφαλώς και έχει επωφεληθεί η Γερμανία”

“Η Γερμανία έχει ασφαλώς επωφεληθεί από τη μεγάλη ζήτηση για γερμανικά ομολόγα που οφείλεται στην κρίση. Πριν από λίγα χρόνια, στα μέσα της προηγούμενης δεκαετίας, τα επιτόκια δανεισμού της Γερμανίας ήταν υψηλότερα από τα αντίστοιχα χωρών όπως η Ολλανδία ή η Φιλανδία. Σήμερα, είναι χαμηλότερα ακόμη κι από χώρες του ευρώ που βρίσκονται σε καλύτερη δημοσιονομική κατάσταση”, λέει στη “ΜτΚ” ο γερμανός καθηγητής διεθνών οικονομικών στο Βερολίνο και πρώην συντάκτης των Financial Times Deutschland Σεμπάστιαν Ντούλιεν. Στους δανειστές της Γερμανίας εντάσσονται μάλιστα και πολλοί Έλληνες, οι οποίοι, σύμφωνα με ασφαλείς πληροφορίες της “ΜτΚ” από τραπεζικούς κύκλους, δεν προλαβαίνουν εσχάτως να δίνουν εντολές αγοράς γερμανικών ομολόγων.


Φθηνά στεγαστικά για τον γερμανικό λαό

Το γερμανικό δημόσιο δεν είναι το μόνο ωφελημένο. Ακόμα μεγαλύτερο είναι το κέρδος για τους γερμανούς δανειολήπτες που έχουν στεγαστικά δάνεια. “Τα επιτόκια των στεγαστικών δανείων στη Γερμανία έχουν πέσει σε ιστορικό ναδίρ, διότι οι επενδυτές βλέπουν τα Pfandbriefe (ένα είδος ενυπόθηκων ομολογιών) ως καλό υποκατάστατο των κρατικών ομολόγων”, λέει ο καθηγητής Ντούλιεν.

Τα “παράπλευρα οφέλη” της Γερμανίας δεν εξαντλούνται όμως στον φθηνό δανεισμό κράτους και νοικοκυριών. Εάν η ευρωζώνη έχανε τους αδύναμους κρίκους της, το ευρώ του “γερμανικού μπλοκ” θα εκτοξευόταν έναντι του δολαρίου και των άλλων νομισμάτων, προκαλώντας τεράστιο πλήγμα στους εξαγωγείς, πάνω στους οποίους βασίζεται η γερμανική οικονομία. Η γερμανική οικονομία με τη σειρά της, σύμφωνα με τους αναλυτές, θα βυθιζόταν στην ύφεση. Το γερμανικό ευρώ, σύμφωνα με υπολογισμούς οικονομολόγων, θα έφτανε στο 1,8 δολ.

Συνολικά, εάν ευσταθούν οι υπολογισμοί της ελβετικής τράπεζας UBS, το κόστος της διάσπασης της ευρωζώνης για τη Γερμανία θα άγγιζε το 20%-25% του γερμανικού ΑΕΠ - μόνο τον πρώτο χρόνο.

Δυστυχώς όμως, όπως το έθεσε ο σεβάσμιος αρθρογράφος των Financial Times Μάρτιν Γουλφ σε πρόσφατο άρθρο του, “η αποτυχία των γερμανών ηγετών να εξηγήσουν αυτά τα δεδομένα στο εσωτερικό καθιστά αδύνατη την επίλυση της τρέχουσας κρίσης”, προσθέτοντας ότι εντέλει η Γερμανία θα πρέπει να επιλέξει ανάμεσα σε μια ευρωζώνη ενοχλητικά διαφορετική από αυτή τη μεγαλύτερη εκδοχή της Γερμανίας που προσδοκούσε και τη διάλυση της ευρωζώνης: “Η καγκελάριος Άγκελα Μέρκελ πρέπει να τολμήσει να κάνει αυτή την επιλογή τώρα, ανοιχτά και κατηγορηματικά”.


Σύγκρουση Ουάσιγκτον με το γερμανικό μπλοκ

Ο υπουργός Οικονομικών Ευ. Βενιζέλος θα ήταν ασφαλώς ο ευτυχέστερος άνθρωπος του κόσμου αν οι ευρωπαίοι εταίροι της Ελλάδας μιλούσαν για την κρίση με τη γλώσσα που χρησιμοποίησε στο συμβούλιο υπουργών Οικονομικών της ευρωζώνης την περασμένη Παρασκευή ο αμερικανός ομόλογός του Τίμοθι Γκάιτνερ.

Ο κ. Γκάιτνερ είπε στους Ευρωπαίους ότι πρέπει να μιλάνε με την ίδια γλώσσα, ότι πρέπει να σταματήσουν να τσακώνονται μεταξύ τους και με την ΕΚΤ, ότι οφείλουν να σταματήσουν να πετάνε αστόχαστα κουβέντες περί ελληνικής χρεοκοπίας και εξόδου από το ευρώ, ότι καλό θα ήταν να συνειδητοποιήσουν πως το οικονομικό μέγεθος της Ευρώπης είναι αρκετό για να δώσει αποτελεσματική απάντηση στην κρίση, αρκεί να υπάρχει πολιτική βούληση.

Οι εκκλήσεις του αμερικανού αξιωματούχου μπορεί να ακούστηκαν ευχάριστα στους υπουργούς Οικονομικών των βαλλόμενων χωρών, όχι όμως και στους εκπροσώπους του επονομαζόμενου “γερμανικού μπλοκ” της ευρωζώνης, στο οποίο συμμετέχουν, πέραν της Γερμανίας, η Αυστρία, η Ολλανδία και η Φιλανδία.

“Δεν θα μας πουν οι Αμερικανοί τι θα κάνουμε”, ήταν η απάντηση των χωρών αυτών στο αίτημα της Ουάσιγκτον να ληφθούν μέτρα όπως ο πενταπλασιασμός των κεφαλαίων του Ευρωπαϊκού Ταμείου Χρηματοοικονομικής Σταθερότητας (ΕΤΧΣ). Ο γερμανός υπουργός Οικονομικών Β. Σόιμπλε ουσιαστικά είπε στον κ. Γκάιτνερ ότι τέτοιες αποφάσεις δεν θα περπατήσουν πολιτικά στη Γερμανία, λέγοντάς του ουσιαστικά ότι είναι εύκολο να κάνεις τον γενναιόδωρο με τα λεφτά των άλλων.
 
Του Γιώργου Χρηστίδη

0 σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου